Thursday, July 26, 2007

Η λειτουργία και ο ρόλος των Επιτροπών Πολεοδομικού & Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ): Ένας θεσμός υπό αμφισβήτηση.




Οι επιτροπές Πολεοδομικού & Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ), θεσμοθετήθηκαν πριν από δύο περίπου δεκαετίες με στόχο την άσκηση ουσιαστικού ελέγχου κατά τη φάση έκδοσης των οικοδομικών αδειών και τη διασφάλιση της αισθητικής και λειτουργικής αρτιότητας του παραγόμενου κτισμένου έργου। Χαρακτηριστικά, σύμφωνα με υπ. Αριθμ. 31252/87 Υπουργική απόφαση « ... οι μελέτες ελέγχονται από τις ΕΠΑΕ με βάση την αρχιτεκτονική άποψη που επέλεξε ο μελετητής, ο έλεγχος αφορά τη σωστή και ολοκληρωμένη έκφρασή της, η δε τυχόν απορριπτική απόφαση της ΕΠΑΕ πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια....» Σκοπός του ελέγχου είναι σύμφωνα με την παραγρ. 4 43424/7604/88 Υπουργικής απόφασης «να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης των χρηστών τόσο των υπαρχόντων όσο και των νεοανεγειρόμενων κτιρίων, παράλληλα με τη προστασία του περιβάλλοντος, την κατά το δυνατό διατήρηση των φυτειών και τη λειτουργικότερη οργάνωση των ακάλυπτων χώρων του οικοπέδου και ολόκληρου του οικοδομικού τετραγώνου ».

Η εστίαση των επιτροπών δεν περιορίζεται πλέον σε εξαιρετικά ευαίσθητες οικιστικές περιοχές όπως παραδοσιακούς οικισμούς ή ιστορικά κέντρα πόλεων αλλά επεκτείνεται σε περιοχές εκτός σχεδίου, οικιστικές περιοχές κοντά στον αιγιαλό, κεντρικούς άξονες οικισμών. Στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης για παράδειγμα η έγκριση από την ΕΠΑΕ είναι απαραίτητη σε όλους τους κεντρικούς Δήμους, αλλά και περιαστικούς οικισμούς όπως το Ρετζίκι, κεντρικές περιοχές της Ν.Ραιδεστού και της Επανωμής, όλες τις εκτός σχεδίου περιοχές. Σε ειδικές περιοχές όπως η Άνω Πόλη απαιτείται επιπλέον έγκριση από τη δευτεροβάθμια ΕΠΑΕ.
Πρόκειται επομένως για ένα θεσμό ο οποίος τείνει να έχει καθολική εφαρμογή και ο οποίος θα μπορούσε να αποκτήσει και ένα σημαντικό και ενεργό ρόλο στην αναβάθμιση του κτισμένου .Οι πρωτοβάθμιες Επιτροπές αποτελούνται από μία ομάδα Αρχιτεκτόνων οι οποίοι προσφέρονται εθελοντικά και δεν αποτελούν υπαλλήλους της εκάστοτε πολεοδομικής υπηρεσίας. Απαραίτητο κριτήριο συμμετοχής είναι η διέλευση 10 τουλάχιστον ετών από την απόκτηση του πτυχίου με εξαίρεση στην περίπτωση αρχιτεκτόνων που έχουν διακριθεί σε Πανελλήνιους διαγωνισμούς οπότε τα έτη μειώνονται σε 8.

Αν εξετάσουμε ωστόσο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο θεσμός στην πράξη διαπιστώνουμε σημαντικά προβλήματα και ελλείψεις. Οι επιτροπές σε πολλές περιπτώσεις περιορίζονται σε ένα τυπικό έλεγχο της πληρότητας των σχεδίων και σε μία απλή ανάγνωση των όψεων και της χρωματικής πρότασης και της πρότασης υλικών, δίνοντας έγκριση στο σύνολο σχεδόν των μελετών που υποβάλλονται οι οποίες πολύ συχνά είναι προβληματικές σχεδιαστικά και συνθετικά. Σε άλλες περιπτώσεις δημιουργούνται έντονες διαφωνίες μεταξύ μελετητών και επιτροπής πάνω σε ζητήματα που σπανίως είναι πραγματικά ουσιαστικά και μπορεί να σχετίζονται με κάποια διαμόρφωση εδάφους, κάποια λεπτομέρεια σχεδιαστική όπως η χάραξη μίας στέγης ή η επιλογής της θέσης των επενδύσεων. Διαφωνίες σε αυτό το επίπεδο οδηγούν σε απόρριψη μελετών και εξαιρετική καθυστέρηση στην έκδοση της αδείας χωρίς να εισέρχονται ωστόσο σε ζητήματα ουσιαστικής κριτικής και χωρίς να συμβάλλουν σε σημαντική αναβάθμιση του παραγόμενου έργου. Η κρίση της ΕΠΑΕ επομένως είναι είτε τυπικά θετική και αδιάφορη προς οτιδήποτε υποβάλλεται, είτε τυπικά αρνητική με σημείο αιχμής ορισμένες λεπτομέρειες που δημιουργούν αναίτιες προστριβές μεταξύ μελετητών και των μελών της Επιτροπής. Τα αίτια αυτών των προβλημάτων έχουν αναζητηθεί συχνά από αρμόδιους φορείς όπως το ΤΕΕ ή ο ΣΑΔΑΣ και συχνά εμφανίζονται προτάσεις βελτιώσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρονται ως μέτρα:
-Η κρίση να βασίζεται στις απόψεις και τη λύση που προτείνει ο μελετητής। Ο σεβασμός στην ελευθερία του μελετητή ωστόσο δε μπορεί να γίνεται πρόσχημα για την «απελευθέρωση» από τους στοιχειώδεις κανόνες της αρχιτεκτονικής.
-Πρέπει να αναδειχθεί η πραγματική αξία της αιτιολογικής έκθεσης σαν ουσιαστικό και όχι τυπικό στοιχείο της μελέτης।
-Λεπτομερής καθορισμός προδιαγραφών των προς υποβολή ελέγχου μελετών । Για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα στην παρουσίαση κάθε μελέτης είναι απαραίτητος ο έλεγχος ένταξης της κατασκευής στο περιβάλλον σε σχέση με ύψη, όγκους, στοιχεία όψεων και τον εν γένη χαρακτήρα της περιοχής και όχι μόνο η αντιμετώπιση της αισθητικής, κάθε κτιρίου μεμονωμένου
-Οι μελέτες διαβιβάζονται στην ΕΠΑΕ, ύστερα από έλεγχο πληρότητας και εφαρμογή των πολεοδομικών διατάξεων από την Υπηρεσία।
Σημειώνεται επίσης ότι δεν επιτρέπεται οι ΕΠΑΕ να κάνουν μονοσήμαντες υποδείξεις για τη διόρθωση της υπό έλεγχο μελέτης ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν την έλλειψη μιας κεντρικής ιδέας στην αρχιτεκτονική σύνθεση. Είναι αρμοδιότητα του μελετητή, αν έχει πεισθεί, να επέμβει και να τροποποιήσει την εργασία του'.

Οι προτάσεις αυτές όσο και αν φαίνονται λογικές και απαραίτητες δε μπορούν κατά τη γνώμη μου να επιλύσουν ουσιαστικά το πρόβλημα. Το χάσμα το οποίο υφίσταται μεταξύ των επιστημονικών γνώσεων και κριτηρίων των μελετητών, οι οποίοι είναι δυστυχώς στην Ελλάδα στη συντριπτική πλειοψηφία τους δεν είναι αρχιτέκτονες αλλά πολιτικοί μηχανικοί, η έλλειψη ενός στοιχειώδους θεωρητικού πλαισίου κριτικής του σχεδιασμού σε κάθε περίπτωση, οι προσωπικές απόψεις και διαφωνίες των αρχιτεκτόνων της Επιτροπής αποτελούν παράγοντες που καθιστούν αδύνατη την ουσιαστική λειτουργία και αποτελεσματικότητα του θεσμού. Η συνειδητοποίηση αυτού του χάσματος στην αντίληψη και την επικοινωνία, οι πιέσεις που ασκούνται για τη γρήγορη έγκριση των μελετών, η έλλειψη μίας σειράς σαφών κριτηρίων και η στέρηση της αξιοπιστίας και αντικειμενικότητας του θεσμού από την χρήση προσωπικών σχέσεων και γνωριμιών αποτελούν το πυρήνα των αιτίων της απαξίωσης του ρόλου των επιτροπών. Οι ΕΠΑΕ έχουν απαξιωθεί τόσο στα μάτια των μελετητών, όσο και στα μάτια των ίδιων των μελών τους... Έχουν απαξιωθεί και στα δικά μου μάτια που ως αρχιτέκτονας αδυνατώ να πιστέψω το μέγεθος της αμάθειας και έλλειψης σχεδιαστικής ευαισθησίας που υποβαθμίζει την ποιότητα του κτισμένου και φυσικού περιβάλλοντος παντού γύρω μας, ενώ οι αρμόδιες επιτροπές εκφυλίζονται σε απλούς παρατηρητές αυτής της υποβάθμισης, ανήμπορες να εισέλθουν σε ζητήματα ουσίας.

Αναγνωρίζω προφανώς τις πρακτικές και θεωρητικές δυσκολίες μίας αλλαγής αυτής της κατάστασης: Πώς είναι δυνατόν να επέμβει η Επιτροπή σε ζητήματα ουσίας που σχετίζονται με την ίδια την κεντρική σχεδιαστική ιδέα, ή την πλήρη απουσία αυτής, το σχεδιασμό βασικών δομικών στοιχείων του έργου όταν οι μελέτες έχουν ήδη ολοκληρωθεί? Με βάσει ποιο θεωρητικό πλαίσιο θα απορρίψει εξ'ολοκλήρου μία μελέτη και θα αποδείξει στο μελετητή ότι η λύση υποβαθμίζει το κτισμένο χώρο? Με βάση ποιους τέλος άξονες θα προτείνει λύσεις και θα δώσει κατευθύνσεις προκειμένου να βγει ο μελετητής από το αδιέξοδο, από τη στιγμή που σε μεγάλο ποσοστό οι μελετητές αδυνατούν να αντιληφθούν ακόμη και στοιχειώδεις σχεδιαστικές αρχές και μεθόδους? Η λύση που προτείνω είναι - όπως οφείλει εξάλλου να είναι - τολμηρή. Η ύπαρξη ενός γενικού σχεδιαστικού καθοδηγητικού πλαισίου εξειδικευμένου σε κάθε οικιστική περιοχή θα μπορούσε να δημιουργήσει μία κατάσταση υπέρβασης των προσωπικών, διεπιστημονικών και ιδεολογικών διαφωνιών και να θέσει εκ των προτέρων τους κανόνες εκπόνησης για την πλειοψηφία των μελετών. Το σχεδιαστικό αυτό πλαίσιο οφείλει να έχει προκύψει από Πανελλήνιους Αρχιτεκτονικούς Διαγωνισμούς με αδιάβλητες διαδικασίες και να εξειδικεύεται στα προβλήματα και τις ανάγκες κάθε οικιστικής ενότητας. Το πλαίσιο αυτό φυσικά θα καθορίζει τις ελάχιστες αισθητικές και λειτουργικές απατήσεις του σχεδιασμού και η δυνατότητα αποκλίσεων και εξαιρέσεων από τους κανόνες αυτούς θα υφίσταται πάντα υπό τον έλεγχο των ΕΠΑΕ. Ο ρόλος επομένως των Επιτροπών θα είναι διπλός: Αφενός να εξασφαλίσουν την σωστή εφαρμογή των γενικών σχεδιαστικών αρχών σε λύσεις και προτάσεις που δε φιλοδοξούν να πραγματοποιήσουν υπερβάσεις και να βοηθήσουν τους μελετητές να κατανοήσουν και να ενσωματώσουν αυτές τις αρχές στις ιδιαιτερότητες της κάθε μελέτης και αφ'ετέρου να αξιολογήσουν την σωστή ένταξη λύσεων που αποκλίνουν και διαφοροποιούνται με θετικό τρόπο από το γενικό πλαίσιο, επιβραβεύοντας την αρχιτεκτονική δημιουργικότητα και φαντασία....

Η πρόταση μπορεί να μοιάζει ανέφικτη και με δυσκολίες εφαρμογής, πιστεύω όμως ότι αποτελεί μονόδρομο στην έξοδο από το τέλμα στο οποίο έχει βυθιστεί η παραγωγή του κτισμένου χώρου και στη διασφάλιση μίας υψηλής ποιότητα σχεδιασμού που θα αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής. Η ιδέα αυτή εξ'άλλου εφαρμόζεται εκ των πραγμάτων σε ειδικές οικιστικές ζώνες όπου η ύπαρξη έντονου στοιχείου παραδοσιακής αρχιτεκτονικής θέτει ορισμένους βασικούς κανόνες που οι μελέτες οφείλουν να πληρούν. Ωστόσο συχνά αναγνωρίζεται από τις Επιτροπές η υψηλή σχεδιαστική ποιότητα σχεδίων που προτείνουν αρχιτέκτονες και εγκρίνουν τις μελέτες παρά τις υπερβάσεις των κανόνων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι οικισμοί των Κυκλάδων και περιοχές όπως η Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ένα τέτοιο σύστημα λειτούργησε θετικά έως ένα βαθμό, διασώζοντας την αισθητική των οικιστικών συνόλων. Για ποιο λόγο να περιοριστούμε στους παραδοσιακούς οικισμούς? Για ποιο λόγο να μη θέσουμε στόχους και πλαίσια σε νέες οικιστικές περιοχές, αναπτυσσόμενα εμπορικά κέντρα, περιαστικές ζώνες και υποβαθμισμένες κεντρικές περιοχές πόλεων? Ας δώσουμε μία ευκαιρία στους αρχιτέκτονες να οραματιστούν και να κατευθύνουν το μέλλον, να θέσουν όρια και να τα υπερβούν, να δώσουν σχεδιαστικούς άξονες και να εμπνεύσουν το σύνολο του δυναμικού των Ελλήνων μηχανικών ...

Monday, July 23, 2007

Προβλήματα και προοπτικές στο Δέλτα του Πηνειού: Σε αναζήτηση μίας περιβαλλοντικής ισορροπίας





Εικ।1 Το πλέγμα υγροβιότοπων στο Δέλτα Πηνειού που διεισδύει στο οικιστικό παραθαλάσσιο μέτωπο ανάμεσα στο Στόμιο και τους Ν.Πόρους.


Με τον όρο Δέλτα του Πηνειού αντιλαμβανόμαστε μία περιοχή σημαντική ευρύτερη από αυτήν των εκβολών της κοίτης του μεγαλύτερου ποταμού της Θεσσαλίας: Το υγρό στοιχείο πριν συναντήσει το Αιγαίο Πέλαγος διακλαδίζεται και επεκτείνεται, διεισδύει στις εκτάσεις της αγροτικής γης και τους οικισμούς, δημιουργώντας ένα υδάτινο πλέγμα υδροβιοτόπων. Η άμεση συσχέτιση της περιοχής με τους ορεινούς όγκους του Ολύμπου και του Κισάβου αλλά και με την κοιλάδα των Τεμπών τονίζει περαιτέρω την τεράστια γεωγραφική και περιβαλλοντική σημασία του.
Ο διπλός χαρακτήρας ωστόσο της περιοχής ως υδροβιότοπου μέρος του οποίου προστατεύεται από το δίκτυο Natura 2000 (Το Δίκτυο Natura 2000 αποτελεί ένα Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο περιοχών, οι οποίες φιλοξενούν φυσικούς τύπους οικοτόπων και οικοτόπους ειδών που είναι σημαντικοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ελλάδα έχει χαρακτηρίσει σήμερα 151 Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) και 239 Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) ) και ως περιοχής τουριστικής ανάπτυξης αποτελεί τη πηγή μίας σειράς προβλημάτων και προβάλλει έντονα την ανάγκη σχεδιασμού για την επίτευξη μίας περιβαλλοντικής ισορροπίας.
Βασικά οικιστικά κέντρα της περιοχής είναι οι παραλιακοί οικισμοί Στόμιο, Αλεξανδρινή, Καστρί Λουτρό, Μεσάγγαλα και Νέοι Πόροι (με σειρά από Νότο προς Βορρά). Οι οικισμοί αυτοί με εξαίρεση ίσως το Στόμιο αποτελούν περιοχές πρόσφατης οικιστικής ανάπτυξης και χαρακτηρίζονται από παραθεριστικές κατοικίες και τουριστικά καταλύματα. Η ιστορία της ανάπτυξής τους φανερώνει μία άναρχη διαδικασία δόμησης, με μεγάλο ποσοστό αυθαίρετων κτισμάτων, πλήρη απουσία σχεδιασμού και περιβαλλοντικής προστασίας. Το πρόβλημα όπως είναι κατανοητό εστιάζεται κατά μήκος της ακτογραμμής όπου το πλέγμα των υδροβιότοπων συναντά τη θάλασσα και όπου η παραποτάμια βλάστηση και το οικοσύστημα της συνδυάζεται με τις πλατιές αμμώδεις παραλίες και τους παραθεριστικούς οικισμούς. Ο οικισμός Αλεξανδρινή, νέος οικισμός με μικρή ακόμη ανάπτυξη χωροθετείται δίπλα ακριβώς στις εκβολές ενός παραποτάμου του Πηνειού, ενώ ανάμεσα από τα Μεσάγγαλα και τους Νέους Πόρους ένα πλέγμα από λίμνες κυριολεκτικά αγγίζει τις τουριστικές χρήσεις που αναπτύσσονται κατά μήκος της παραλίας.



Εικ.2 Περιοχές ενταγμένες στο δίκτυο προστασίας

Διαφορετική είναι η κατάσταση στην ενδοχώρα της πεδιάδας όπου μία περισσότερο βιώσιμη σχέση οικισμών και βιοτόπων παρατηρείται। Στον οικισμό της Παλαιοχώρας οποίος είναι κτισμένος στη βόρεια κοίτη του Πηνειού η ήπια ανάπτυξη με τη εξαιρετικά χαμηλή και αραιή δόμηση συντελεί στη δημιουργία μίας αισθητικής και περιβαλλοντικής ।





Πρέπει να επισημανθεί ότι το πλέγμα των υδροβιότοπων παρά τις έντονες πιέσεις που δέχεται από την απρογραμμάτιστη οικιστική ανάπτυξη διατηρεί ακόμη σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά του, με αποτέλεσμα να μπορεί να αποκατασταθεί και να διασωθεί με τη λήψη άμεσων μέτρων. Σημαντικό στοιχείο που συμβάλλει σε αυτήν τη έως σήμερα διατήρηση είναι η απουσία ενός σύγχρονου οδικού δικτύου παράλληλου της Εθνικής Οδού. Η πιθανή δημιουργία ενός τέτοιου δικτύου θα είχε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες καθώς θα κατακερμάτιζε τους υδροβιότοπους και τις ελεύθερες αγροτικές εκτάσεις, θα τροφοδοτούσε περαιτέρω οικιστική ανάπτυξη, θα ενίσχυε τη χρήση του αυτοκινήτου και θα υποβάθμιζε ανεπανόρθωτα το φυσικό τοπίο.
Σύμφωνα με την πρόσφατη ΜΕΛΕΤΗ ΟΙΚΟΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΙΟΥ οι δυνατότητες ανάπτυξης της περιοχής με εναλλακτικές μορφές τουρισμού συνθέτουν μία διέξοδο από τα σημερινά προβλήματα:
‘Η περιοχή διαθέτει πλούσιους πόρους και πολλές εναλλακτικές ευκαιρίες στον τουρίστα προκειμένου αυτός να επιδοθεί σε «τουρισμό περιπέτειας» και «αθλητικό τουρισμό», όπως είναι οι διαδρομές σε μονοπάτια στην περιοχή του Δέλτα ή σε δασικές περιοχές, η χάραξη διαδρομών με ποδήλατα, το κυνήγι στις περιοχές ελεγχόμενης θήρας, την ιστιοπλοΐα..’
Παράλληλα ωστόσο επισημαίνονται βασικά προβλήματα της περιοχής όπως η απουσία Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων, Μονάδων Βιολογικού Καθαρισμού, σύγχρονων δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης και έργων αντιπλημμυρικής προστασίας. Πρόταση της μελέτης αποτελεί η εκπόνηση σε παράλληλα χρονικά πλαίσια του ΣΧΟΟΑΠ των Δήμων Κ. Ολύμπου, Ευρυμενών και κοινότητος Αμπελακίων και με προτεραιότητα στον καθορισμό ζωνών ανάπλασης των εκτεταμένων θυλάκων αυθαίρετης δόμησης του παραλιακού μετώπου και στον καθορισμό κριτηρίων ένταξης ζωνών, ως περιοχή προστασίας και στο χαρακτηρισμό τους ως Περιοχές Ειδικής Προστασίας.
Παρά τις προτάσεις και τις μελέτες ωστόσο η περιοχή σήμερα μένει εντελώς απροστάτευτη: Ακόμη και με μία πιθανή μετατροπή των Τεμπών σε εθνικό πάρκο, ο σχεδιασμός της πολιτείας δε φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει την ενότητα της περιοχής των Τεμπών με αυτή του Δέλτα και την άμεση ανάγκη λήψης μέτρων. Τα αναπτυξιακά σχέδια ιδιωτών και πολιτείας αποτελούν το μεγαλύτερο κίνδυνο για μία περιοχή που παρά την εξαιρετικά αυθαίρετη ανάπτυξη και τη πλήρη απουσία σχεδιασμού και προστασίας διατηρεί ακόμη ορισμένους θύλακες παρθένας φυσικής ομορφιάς και ορισμένα σημαντικά οικοσυστήματα.
Κλείνοντας αυτό το σύντομο άρθρο σημειώνω ένα προσωπικό στόχο τον οποίο θα ήθελα να μοιραστώ με οποιονδήποτε αντιλαμβάνεται την αξία αυτής της ευαίσθητης περιοχής: Να αναδείξω την ιδιαιτερότητα και τη σημασία του, να απεικονίσω και να καταγράψω τα προβλήματα, να προωθήσω ιδέες και προτάσεις για την διάσωση ενός μοναδικού τοπίου που αναζητά μία ισορροπία.


Tuesday, July 10, 2007

Μία κριτική στην πολιτική για το πράσινο στο Δήμο Θεσσαλονίκης.

Αποτελεί γεγονός ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης χαρακτηρίζεται από σημαντική έλλειψη πρασίνου εντός του πολεοδομικού ιστού και ότι εάν δεν προσμετρήσουμε τις περιοχές πρασίνου που βρίσκονται σε περιαστικές περιοχές (Σέιχ Σου, Γαλλικός ποταμός, Χορτιάτης) η αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο είναι εξαιρετικά χαμηλή για τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού χώρου। Στην αρνητική αυτή εικόνα συμβάλλει η συμπαγής μορφή του αστικού ιστού τόσο στους κεντρικούς Δήμους όσο και σε Δήμους που βρίσκονται στον εξωτερικό δακτύλιο του Πολεοδομικού Συγκροτήματος. Η απρογραμμάτιστη ανάπτυξη της δυτικής και ανατολικής προαστιακής ζώνης και η σταδιακή ενσωμάτωση στο σχέδιο πόλης περιοχών που υπήρξαν αρχικά οικισμούς αυθόρμητης εγκατάστασης προσφύγων και ασθενών οικονομικά κοινωνικών ομάδων αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες του προβλήματος της έλλειψης δημοσίων και κοινόχρηστων χώρων και ως επέκταση χώρων πρασίνου. Το ζήτημα αυτό φυσικά έχει τεράστιες επεκτάσεις και επιδέχεται εκτενή ανάλυση την οποία δε μπορούμε να συμπεριλάβουμε σε αυτό το άρθρο. Αυτό που έχει σημασία να αντιληφθούμε είναι η σημαντική έλλειψη πρωτοβουλίας από την πλευρά του Δήμου Θεσσαλονίκης και ως επέκταση και άλλων Δήμων να αξιοποιήσουν τις λιγοστές αλλά όχι αμελητέες δυνατότητες ενίσχυσης του πράσινου στοιχείου στην πόλη: Δενδροφυτεύσεις σε πεζοδρόμια, αξιοποίηση μικρών ελεύθερων χώρων που εντοπίζονται κατακερματισμένοι μέσα στον αστικό ιστό, νησίδες μεγάλων οδικών αξόνων...Και φυσικά τα στρατόπεδα της δυτικής περιοχής τα οποία όπως είναι γνωστό αποτελούν αντικείμενο πολλαπλής διαμάχης εδώ και πολλές δεκαετίες.
Θα ήθελα να εστιάσω σε δύο πρόσφατα παραδείγματα τα οποία προβάλλουν με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο την αδυναμία του Δήμου Θεσσαλονίκης να χειρισθεί το πρόβλημα του πρασίνου. Το πρώτο αναφέρεται στην πρόσφατη καταστροφή της νησίδας της οδού Μοναστηρίου μεταξύ του κόμβου της πλατείας Δημοκρατίας και του Σιδηροδρομικού σταθμού. Η νησίδα αποτελούσε μία σημαντική ανάσα για τη γύρω περιοχή καθώς υπήρχε σε αυτή μία δενδροστοιχία από μεγάλα πλατάνια και άλλα δένδρα, τα οποία κυριολεκτικά δημιουργούσαν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μία πράσινη ζώνη. Η νησίδα και το σύνολο των δένδρων σήμερα δεν υπάρχουν καθώς η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ εκτέλεσε εργασίες εντοπισμού δικτύων, ασφαλτοστρώνοντας στη συνέχεια το σημείο που υπήρχε η νησίδα. Εγείρεται το εύλογο ερώτημα εάν αυτή η καταστροφή προβλεπόταν στη μελέτη και εάν ο Δήμος και οι αρμόδιοι φορείς ενημερώθηκαν και συναίνεσαν σε αυτήν την πράξη. Και μάλιστα το ζήτημα δεν είναι μεμονωμένο διότι εάν
ακολουθηθεί η ίδια πρακτική σε όλο το μήκος του έργου, η ίδια μοίρα περιμένει τις νησίδες και το πράσινο της Εγνατίας το οποίο στο ύψος των πανεπιστημίων και στη περιοχή της Χαριλάου είναι σημαντικό και περιλαμβάνει έως και υψηλά πεύκα.
Το δεύτερο αναφέρεται στην πρόσφατη απόπειρα του Δήμου να δενδροφυτεύσει την οδό Κήπων που διέρχεται μπροστά από το τείχος και το Νοσοκομείο 'Αγ.Δημήτριος' ανεβάζοντας στον Αγ.Παύλο. Οι εργασίες προετοιμασίας της δενδροφύτευσης πραγματοποιήθηκαν, οι πλάκες πεζοδρομίου αφαιρέθηκαν αλλά ως εκ θαύματος την επόμενη μέρα το
ίδιο συνεργείο τις έκλεισε ξανά εγκαταλείποντας το σχέδιο. Τι συνέβη? Ποια παρέμβαση απέτρεψε τη δενδροφύτευση σε αυτό το σημαντικό και ιστορικό σημείο της πόλης, σε ένα σημείο που αποτελεί πυρήνα πρασίνου για τις γύρω περιοχές. Αναζητώντας την απάντηση δε μπορούμε παρά να υποθέσουμε το χειρότερο... Το πεζοδρόμιο χρησιμοποιείται ως χώρος παράνομης στάθμευσης κυρίως κατά τις πρωινές ώρες, καθώς τα αυτοκίνητα καταλαμβάνουν το χώρο του πεζοδρομίου αποκλείοντας κάθε κίνηση πεζού στην περιοχή. Η δενδροφύτευση θα ακύρωνε μερικές δεκάδες 'θέσεων στάθμευσης' και αυτό φαίνεται να προκύπτει ως το μόνο αίτιο της συμπεριφοράς του Δήμου. Κανείς αναρωτιέται: Είναι δυνατόν ο Δήμος να είναι δέσμιος μερικών δεκάδων οδηγών οι οποίοι παράνομα καταλαμβάνουν πεζοδρόμια? Είναι δυνατόν η πολιτική για το πράσινο να εξαρτάται από τα συμφέροντα των αυτοκινήτων?
Τα δύο ανωτέρω παραδείγματα αποτελούν συμπληρωματικές εικόνες της ίδιας αρνητικής κατάστασης. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης φαίνεται ανήμπορος τόσο να προστατέψει το λιγοστό υπάρχον πράσινο όσο και να προχωρήσει σε σημειακές παρεμβάσεις ενίσχυσής του. Η πολιτική βούληση για μία βελτίωση της κατάστασης φαίνεται να απουσιάζει.
Κλείνοντας, θέλω να επισημάνω κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: Οι διαπιστώσεις που μπορεί να βγάλει ο καθένας από τη διερεύνηση των δύο αυτών παραδειγμάτων είναι πιστεύω σαφείς. Δεν πρέπει όμως να μείνουμε εκεί, πρέπει να επεμβούμε δυναμικά, να διασώσουμε τις νησίδες της Εγνατίας και να αντικαταστήσουμε τη σειρά αυτοκινήτων στην άνοδο προς τον Αγ.Παύλο με μία σειρά δένδρων - τη μόλυνση και την παρανομία με το οξυγόνο και το δικαίωμα των πολιτών στην ποιότητα ζωής. Είμαι ανοιχτός σε όποιον θέλει να επικοινωνήσει μαζί μου...
Λαγαρίας Απόστολος

Friday, July 6, 2007

Εκτός σχεδίου δόμηση: Νομοθετικό πλαίσιο και πραγματικότητα στην οικιστική ανάπτυξη

Εκτός σχεδίου δόμηση: Νομοθετικό πλαίσιο και πραγματικότητα στην οικιστική ανάπτυξη


Στην αντίληψη του Έλληνα πολίτη κοινό τόπο αποτελεί η αναγνώριση μίας έντονης αυθαιρεσίας στην εκτός σχεδίου οικιστική ανάπτυξη, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας। Η αυθαιρεσία αυτή αναγνωρίζεται σε δύο επίπεδα, πρώτον τη θέση στην οποία πραγματοποιείται η δόμηση και δεύτερον το μέγεθος των κατασκευών και τους πραγματοποιημένους συντελεστές κάλυψης και δόμησης. Με αυτόν τον τρόπο συχνά αναρωτιέται κανείς 'πώς επιτράπηκε να κτισθεί αυτό εδώ ή το άλλο εκεί...' ή 'πώς είναι δυνατόν σε μία μικρή περιαστική πρώην καλλιεργήσιμη έκταση να ανεγείρονται πολυάριθμα και πυκνοδομημένα συγκροτήματα κατοικιών...'. Πράγματι ιδιαίτερα στις περιαστικές ζώνες όπου η πίεση για οικιστική ανάπτυξη είναι εξαιρετικά έντονη το φαινόμενο της υπερεκμετάλλευσης των εκτός σχεδίου περιοχών είναι συχνό. Ποιο είναι ωστόσο το νομοθετικό πλαίσιο που βρίσκεται εν ισχύ και ως προς ποια σημεία πραγματοποιούνται οι καταστρατηγήσεις του. Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο δεν είναι ευρέως γνωστό και το οποίο επιχειρώ με το παρόν κείμενο να διαφωτίσω. Η εκτός σχεδίου δόμηση υπόκειται στο προεδρικό Διάταγμα 24 / 31.5.1985 (ΦΕΚ 270 Δ'), όπου με αναλυτικό τρόπο καθορίζονται οι όροι δόμησης για διάφορες κατηγορίες χρήσεων γης. Εστιάζοντας στο άρθρο 6 το οποίο αναφέρεται στην κατασκευή κατοικιών εντοπίζουμε αρχικά το όριο των τεσσάρων στρεμμάτων για των αρτιότητα των αγροτεμαχίων. Με εξαίρεση περιοχές όπου εφαρμόζονται ειδικές ρυθμίσεις, συνήθως περιαστικές ζώνες μεγάλων πόλεων όπου ισχύουν Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), και περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ως δασικές εκτάσεις, ουσιαστικά το δικαίωμα της δόμησης ισχύει παντού. Η αδυναμία αυτή του νόμου να θεσπίσει περισσότερο εξειδικευμένες ρυθμίσεις ως προς το που μπορεί να κατασκευαστεί ένα κτίσμα σε εκτός πεδίου περιοχές εξηγεί και προφανώς νομιμοποιεί την δόμηση σε περιοχές όπου η κοινή λογική θα θεωρούσε προστατευόμενες: Περιοχές κοντά στον αιγιαλό, εκτάσεις με υψηλή βλάστηση ή καλλιέργειες σε πεδιάδες και οροπέδια απομακρυσμένες από οικισμούς, κορυφογραμμές υψωμάτων σε νησιά κ.α. Ο μοναδικός περιορισμός των 4 στρεμμάτων καθιστά το νομοθετικό πλαίσιο ανεπαρκές ως προς το 'πού' πραγματοποιείται η εκτός σχεδίου δόμηση. Ερχόμαστε τώρα στο ζήτημα του 'πόσο' επιτρέπεται να ανοικοδομηθεί σε αυτές τις ιδιοκτησίες. Σε αυτήν την περίπτωση ο νόμος δείχνει ένα βαθμό ευαισθησίας επιτρέποντας κατ'ελάχιστο τα 200 τ.μ. χώρων κυρίας χρήσης, ενώ στη περίπτωση αγροτεμαχίων μεγαλύτερων των 4 στρεμμάτων η προσαύξηση δεν είναι ευθέως ανάλογη, αλλά ακολουθεί τον τύπο [200 + (Ε - 4.000) * 0,02], όπου E το συνολικό εμβαδόν. Με τον τρόπο αυτό σε ένα αγροτεμάχιο 8 στρεμμάτων αντιστοιχούν 280 τ.μ., ενώ πέραν των 8 στρεμμάτων ο συντελεστής προσαύξησης μειώνεται σε 0,01. Ως συμπέρασμα προκύπτει ότι ο νόμος περιορίζει σημαντικά το μέγεθος της δόμησης και κάλυψης ανεξαρτήτως μεγέθους ιδιοκτησίας, αλλά παράλληλα ευνοεί τις κατατμήσεις των μεγάλων ιδιοκτησιών σε μικρότερα τμήματα με εμβαδόν κοντά στο όριο αρτιότητας. Ο νόμος κάνει επίσης πρόβλεψη για τον περιορισμό των ημιυπαιθρίων χώρων καθώς απαιτεί την προσμέτρηση τους στη δόμηση τουλάχιστον στην περίπτωση ισόγειων κατοικιών, ενώ το περιορίζει το τμήμα του υπογείου που βρίσκεται πάνω από τη στάθμη του εδάφους σε 0,80μ. (έναντι 1,50 που ισχύει για τις εντός σχεδίου περιοχές. Η σημαντικότερη ωστόσο ρύθμιση για την προστασία του τοπίου είναι η απαιτούμενη ενότητα του κτίσματος, η δημιουργία δηλαδή ενός ενιαίου κτιρίου ή μικρότερων όγκων που συνδέονται όμως μεταξύ τους. Η εφαρμογή αυτής της σημείωσης του νόμου θα ελαχιστοποιούσε τη διασπορά και την αστική διάχυση καθώς θα ενοποιούσε τον ελεύθερο χώρο και θα απέτρεπε τον περαιτέρω κατακερματισμό και την δημιουργία συγκροτημάτων. Έχοντας περιγράψει το νομοθετικό πλαίσιο θα προσπαθήσω να κωδικοποιήσω τους τρόπους με τους οποίους πραγματοποιείται η καταστρατήγηση του και προκύπτει το γνωστό αποτέλεσμα: Η οικιστική ανάπτυξη στις εκτός σχεδίου περιοχές πλησιάζει σε μορφή και ένταση την εντός σχεδίου, τα ογκώδη συγκροτήματα κατοικιών διεσπαρμένων σε κανονικές αποστάσεις, κατακερματίζουν τον ελεύθερο χώρο και αποκόπτουν τη συνέχεια του φυσικού τοπίου, μικροί οικισμοί ανεγείρονται φαινομενικά στη μέση του πουθενά...

1. Δεν εφαρμόζεται η απαίτηση για την ενότητα του κτίσματος: Η υποσημείωση ότι μπορεί να υπάρχει μερική διασπορά με γνωμοδότηση της ΕΠΑΕ (Επιτροπή Πολεοδομικού & Αρχιτεκτονικού Ελέγχου) γίνεται στην πράξη κανόνας, καθώς στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η έγκριση διασποράς των κτισμάτων δίνεται από τις αρμόδιες επιτροπές. Το 'παραθυράκι' του νόμου γίνεται κανόνας και η αυστηρότητα των επιτροπών εξαντλείται στη διατήρηση μικρών αποστάσεων μεταξύ των κτισμάτων ή επιμέρους ομαδοποιήσεις.
2. Τα κτίρια σχεδιάζονται ισόγεια με στόχο τη μεγιστοποίηση της κάλυψης και την μετατροπή τους σε διώροφα στη φάση της κατασκευής με υπερύψωση των υπογείων.
3. Οι στέγες αποτελούν εν δυνάμει χώρους προσαύξησης της δόμησης με δημιουργία κατοικήσιμων χώρων.
4. Κλειστές θέσεις στάθμευσης και άλλοι βοηθητικοί χώροι εντάσσονται στο κέλυφος του κτιρίου με στόχο την περαιτέρω επέκταση.

Τα παραπάνω στοιχεία οδηγούν συνεπώς στο σχεδιασμό τεσσάρων ή πέντε για παράδειγμα ανεξάρτητων κατοικιών (προφανώς εξαιρετικά μικρών βάση του σχεδίου καθώς είναι από 40 έως 50τ.μ.), τοποθετημένων σε κανονικές αποστάσεις στο χώρο του αγροτεμαχίου, οι οποίες στη φάση της κατασκευής προσαυξάνονται παρανόμως υπερβαίνοντας τελικά τα 100 τ.μ.. Κάθε μία έχει ανεξάρτητη πρόσβαση, μάντρα, θέση στάθμευσης, υπαίθριες κατασκευές, ενώ το ύψος μπορεί να υπερβαίνει τα 7,5 ή ακόμη και τα 9,00 μέτρα. Τι απομένει επομένως από το φυσικό τοπίο? Σε τι διαφέρει μία τέτοια οικιστική ανάπτυξη από μία εντός σχεδίου επέκταση με χαμηλό συντελεστή δόμησης της τάξης του 0,2 έως 0,4?Πώς θα θωρακίσουμε θεσμικά την εκτός σχεδίου δόμηση, προστατεύοντας το φυσικό τοπίο και τον ελεύθερο περιαστικό χώρο? Ερωτήματα ανοιχτά προς συζήτηση, ζητήματα που απαιτούν πρωτοβουλίες και αυτοκριτική από τους μηχανικούς και τις αρμόδιες επιτροπές ελέγχου...πριν είναι οι συνέπειες μη αναστρέψιμες.

Monday, July 2, 2007

Η ελληνική πόλη μπορεί να έχει μία δεύτερη ευκαιρία;

Η ελληνική πόλη μπορεί να έχει μία δεύτερη ευκαιρία;

Οι ελληνικές πόλεις αναπτύχθηκαν με αυθαίρετο και απρογραμμάτιστο τρόπο, χωρίς συνολικό σχεδιασμό, έλεγχο και κανόνες.
Το συντριπτικό ποσοστό των σημερινών πυκνοδομημένων αστικών περιοχών προέκυψε μέσα από τη σταδιακή συνένωση πολυάριθμων άναρχα δομημένων οικιστικών ενοτήτων -αυθαίρετων οικισμών χωροθετημένων στις παρυφές των πόλεων- οι οποίοι εντάχθηκαν σταδιακά στο σχέδιο πόλης. Το ζήτημα είναι γνωστό και ακόμη περισσότερο γνωστές είναι οι αρνητικές συνέπειές του: Η ελληνική πόλη εμφανίζει μία εικόνας αταξίας, υποβαθμισμένης αισθητικής και αυθαιρεσίας. Το βλέπουμε παντού γύρω μας, το βιώνουμε καθημερινά στο χώρο που ζούμε και κινούμαστε, αποτελεί μία κοινή διαπίστωση την οποία σε καμιά περίπτωση δε πρέπει να είναι κάποιος μυημένος στα ζητήματα του χώρου και της αρχιτεκτονικής για να αποδεχθεί. Από το επίπεδο του δημόσιου χώρου – όπου αυτός υπάρχει – έως το επίπεδο του οικοδομικού τετραγώνου και των κτισμάτων, η κυρίαρχη εικόνα είναι αυτή.
Εκεί που πρέπει ωστόσο να εστιάσουμε είναι σε αυτό που γίνεται σήμερα, στους πρόσφατους μετασχηματισμούς του δομημένου χώρου τις νέες επεμβάσεις στην πολεοδομική και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των πόλεων. Υπάρχει μήπως μία αισθητή βελτίωση; Δυστυχώς πρέπει να απαντήσω πως όχι.
Παρά το γεγονός ότι η αυθαίρετη οικοδομική δραστηριότητα έχει πρακτικά εκλείψει, οι επεκτάσεις των πόλεων πραγματοποιούνται μέσα από τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια, τα κτίρια σχεδιάζονται βάση οικοδομικών αδειών μετά από μελέτες μηχανικών και έκδοση αδειων από τις υπηρεσίες της Πολεοδομίας, το πρόβλημα παραμένει: Οι νέες γειτονιές στερούνται στοιχειωδών αρχών σχεδιασμού, η αισθητική των νέων κατασκευών είναι επιεικώς αδιάφορη, δεν υπάρχει ουδεμία ένταξη στο γύρω χώρο, φαντασία και ευαισθησία. Οι ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις πνίγονται στη θάλασσα της μετριότητας, της μονοτονίας και της επανάληψης των ίδιων τυπικών αστικών μορφών που δημιούργησαν την ελληνική πόλη κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Ενώ το θεσμικό πλαίσιο σχεδιασμού υφίσταται πλέον σε όλα τα επίπεδα της πόλης, το αποτέλεσμα παραμένει υποβαθμισμένο δίχως σημαντικές ελπίδες βελτίωσης. Αρκεί μία ματιά στο χώρο της Θεσσαλονίκης, από τις πρόσφατες επεκτάσεις του Ευόσμου πάνω στο όριο με την περιφερειακή, στη Νικόπολη και την Ευκαρπία, στη παγερή μετριότητα των μονοκατοικιών που ανεγείρονται μαζικά στην ευρύτερη ανατολική περιοχή. Η ίδια ακριβώς εικόνα, τα ίδια σχεδιαστικά λάθη, η ίδια ουδέτερη ρυμοτομία του ορθογωνικού καννάβου, η ίδια υποβαθμισμένη προσέγγιση των ελευθέρων χώρων που αποτελούν το υπόλλειμα που αφήνουν γύρω τους τα κτίρια.
Που οφείλεται η αναπαραγωγή του ίδιου ατυχούς προτύπου η οποία στερεί από την ελληνική πόλη το δικαίωμα σε μία δεύτερη ευκαιρία;
Θα προσπαθήσω να δώσω μία απάντηση σε αυτό ερώτημα προτείνοντας παράληλα και μία διέξοδο από το πρόβλημα. Κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιείται το θεσμικό πλαίσιο για ασκήσει έλεγχο, να προτείνει και να δώσει ουσιαστικές λύσεις και εναλλακτικές.
Είναι σαφές ότι αναφερόμαστε σε μία χώρα όπου ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός κάθε άλλο παρά πραγματοποιείται αποκλειστικά από τους αρχιτέκτονες, όπου το γνήσιο αρχιτεκτονικό έργο αποτελεί πενιχρή μειοψηφία απέναντι στη μαζική παραγωγή των εργολάβων και μηχανικών που αγνοούν ακόμη και τα βασικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Σε μία χώρα όπου το αρχιτεκτονικό έργο θεωρείται πολυτέλεια προορισμένη για ελάχιστες περιπτώσεις μεγάλων εμπορικών κτιρίων και καταστημάτων, πολυτελών εξοχικών και μονοκατοικιών. Σε μία χώρα όπου ο αστικός σχεδιασμός είναι άγνωστος και οι μόνες παράμετροι που εισέρχονται σε μία επέκταση πόλης είναι οι όροι δόμησης, η ρυμοτομία και κάποια βασική ρύθμισαη των χρήσεων γης.
Σε μία τέτοια χώρα ο έλεγχος που ασκείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τους φορείς όφειλε να είναι αυστηρότερος, να δρα καθοδηγητικά και δημιουργικά και όχι συμβιβαστικά και αποτρεπτικά. Οι αρμόδιες επιτροπές πολεοδομικού και αρχιτεκτονικού ελέγχου (ΕΠΑΕ) σήμερα περιορίζονται στο να προωθούν τη λογική του ‘μη χείρον βέλτιστον’ και να υιοθετούν μία λογική ρουτίνας στην αξιολόγηση των αισθητικών και λειτουργικών παραμέτρων των σχεδίων που υποβάλλονται. Αντιθέτως θα έπρεπε να προωθούν την δημιουργική βελτίωση του παραγόμενου έργου, να επεμβαίνουν και να κατευθύνουν βάση ενός σαφούς πλαισίου αρχων. Θα ρωτήσει φυσικά κάποιος ‘ποιων αρχών’. Πως θα προσδιορισθούν αυτές οι αρχές και πως θα αξασφαλισθεί ότι θα δράσουν θετικά και όχι απλώς περιοριστικά; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα επιδέχεται ασφαλώς πολλή συζήτηση. Θα προσπαθήσω ωστόσο να τη σκιαγραφήσω με μία πρόταση: Αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί σε κάθε επίπεδο σχεδιασμού, κάθε γειτονιά, κάθε μικρό και ιδιάιτερο χώρο, ουσιαστική ανάλυση του χαρακτήρα κάθε περιοχής και των αναγκών της με στόχο τη δημιουργία ένος κοινού και δημιουργικού πλαίσιου σχεδιασμού.
Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να συντονισθεί το ανομοιογενές σύνολο των ιδιωτών σχεδιαστών και κατασκευαστών προς ένα εννιαίο πλαίσιο που δε θα στερείται οράματος και φαντασίας και θα δώσει στην ελληνική πόλη μία δεύτερη ευκαιρία.