Friday, November 9, 2007

Η αυθαίρετη αστικοποίηση στην Ελλάδα: Η άλλη όψη ενός γνωστού προβλήματος και η περίπτωση των Δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης

Οι κοινωνικές διαστάσεις των χωρικών προβλημάτων:ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ /ΚΕΙΜΕΝΟ Νο2

Είναι ευρύτατα γνωστή η προβληματική διαδικασία ανάπτυξης των πόλεων της Ελλάδας και κυρίως των περαστικών περιοχών που περιβάλλουν τους κεντρικούς αστικούς πυρήνες. Περιοχές παράνομης και αυθαίρετης αστικοποίησης, με ανέγερση κατοικιών σε εκτάσεις εκτός σχεδίου, απουσία υποδομών και κοινόχρηστων χώρων εντοπίζονται στις παρυφές κάθε σχεδόν μεγάλης ελληνικής πόλης και ιδιαίτερα στις μητροπολιτικές περιοχές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Το πρόβλημα θεωρείται γνωστό και εξίσου γνωστή θεωρείται η ιστορική διαδικασία μέσα από την οποία αυτό προέκυψε. Συνήθως ωστόσο η διαδικασία αυτή συνοψίζεται με αναφορά στη μαζική προσέλευση πολιτικών προσφύγων από τις περιοχές της Μικράς Ασίας, τη μετανάστευση πληθυσμού από την ύπαιθρο στα αστικά κέντρα σε αναζήτηση εργασίας και την παράλληλη ανοχή που έδειξε το κράτος στην ανέγερση αυθαιρέτων λόγω μικροπολιτικών συμφερόντων και αδυναμίας επιβολής του νόμου.
Εδώ προσπαθούμε να εξετάσουμε μία άλλη λιγότερο γνωστή όψη του προβλήματος, η οποία σχετίζεται με τον αγώνα των χαμηλόμισθων κοινωνικών στρωμάτων και της εργατικής τάξης στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα για την επίλυση των κοινωνικών και οικονομικών αδικιών του συστήματος. Όπως έχει διατυπωθεί στο σημαντικό έργο της Λ. Λεοντίδου ‘Πόλεις της Σιωπής’ μία άλλη ερμηνεία του ζητήματος μπορεί να υπάρξει, αυτή δηλαδή που υποστηρίζει ότι η αυθόρμητη εγκατάσταση πληθυσμού χαμηλών κοινωνικών τάξεων στην περιφέρεια των αστικών περιοχών αποτέλεσε μία έκφραση του αγώνα των λαϊκών στρωμάτων για κοινωνική δικαιοσύνη. Μέσα στις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες εκείνης της περιόδου η επιλογή της παρανομίας μπορεί να θεωρηθεί ως μία έκφραση διεκδίκησης.
Είναι σαφές εξάλλου ότι οι κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου έδειξαν ανοχή, βλέποντας και οι ίδιες την αυθαίρετη δόμηση ως ένα μέσο εκτόνωσης της πολιτικής και κοινωνικής κρίσης που δημιουργούσε η ανικανότητα της να επιλύσει το στεγαστικό πρόβλημα. Το κράτος προτίμησε τη λύση μίας αυτοοργάνωσης των αυθαίρετων περιοχών, απορρίπτοντας κάθε δική του ευθύνη για την οργάνωση και το σχεδιασμό των περιοχών κατοικίας για τα εργατικά στρώματα. Η κατάκτηση επομένως των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων δεν έλυσε ουσιαστικά το πρόβλημα καθώς λειτούργησε ως γενέτειρα πολλαπλών προβλημάτων τα οποία γίνονται αισθητά ακόμη και σήμερα.
Οι δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης αποτελούν το κατεξοχήν παράδειγμα περιοχών που αναπτύχθηκαν αυθαίρετα δίχως καμία επέμβαση και σχεδιασμό από την πολιτεία, ένα σύστημα περιαστικών αυθαίρετων συνοικισμών που σταδιακά συνενώθηκαν σε ένα πυκνοδομημένο σύνολο. Η ανταπόκριση της πολιτείας στο μακροχρόνιο αίτημα της ένταξης των περιοχών αυτών στο σχέδιο πόλης υπήρξε πολύ καθυστερημένη σε αναντιστοιχία με τις περιοχές του ανατολικού τομέα όπου οι επεκτάσεις του σχεδίου προχώρησαν με γρηγορότερους ρυθμούς. Τα προβλήματα των δυτικών περιοχών εντάθηκαν με τη πλήρη απουσία προδιαγραφών για τη χωροθέτηση της βιοτεχνίας και άλλων χρήσεων γης που είναι ασύμβατες με την κατοικία, την ανεπάρκεια των υποδομών και των δημόσιων χώρων. Η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η μόλυνση του αέρα και του εδάφους, η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής υπήρξε αναπόφευκτη. Η πολιτεία έστρεψε την πλάτη στα προβλήματα, αγνόησε επιδεικτικά τις ανάγκες αυτών των περιοχών εντείνοντας μάλιστα την αρνητική κατάσταση με λανθασμένες χωροθετικές επιλογές.
Αυτή είναι επομένως η άλλη όψη του προβλήματος της αυθαίρετης αστικοποίησης: Μία οπτική η οποία προβάλλει τις ευθύνες του κράτους όχι όμως λόγω της ανοχής στην αυθαίρετη δόμηση αλλά λόγω της πλήρους αδυναμίας του να επιλύσει τα στεγαστικά και κοινωνικά προβλήματα. Όχι λόγω της ένταξης αυτών των περιοχών στο σχέδιο πόλης αλλά λόγω της χαρακτηριστικής αδιαφορίας του για την πολεοδομική και οικιστική τους οργάνωση και τον ανασχεδιασμό. Μία οπτική που αντί να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι φταίνε οι πολίτες για την απαράδεκτη κατάσταση αυτών των αστικών περιοχών στέλνει ένα δριμύ κατηγορώ στην πολιτεία για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης και οι αντίστοιχες περιοχές άλλων ελληνικών πόλεων αποτελούν πρωτίστως ένα ιστορικό παράδειγμα και ένα πεδίο κοινωνικής πάλης και όχι όπως έχει επικρατήσει να θεωρείται μία ιστορία αυθαιρεσίας και παρανομίας.
Πρέπει να διευκρινίσω ωστόσο ένα κρίσιμο σημείο. Η αυθαίρετη δόμηση μπορεί να ξεκίνησε ως διεκδίκηση από τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις αλλά σταδιακά μετατράπηκε σε γενικό κανόνα για το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της γενικής τάσης αποτέλεσε η μαζική ανέγερση αυθαίρετων εξοχικών κατοικιών σε όλες τις περιοχές της χώρας. Σε αυτήν την περίπτωση προφανώς δεν υπήρξε κοινωνική διεκδίκηση αλλά καθαρή κερδοσκοπία που προερχόταν ακόμη και από ομάδες πληθυσμού με υψηλά εισοδήματα. Μέσα στη μαζική λογική της αυθαίρετης δόμησης πολλοί βρήκαν την ευκαιρία να αυξήσουν τα κέρδη τους αδιαφορώντας για τις οποιεσδήποτε μεταγενέστερες συνέπειες.
Συμπερασματικά επομένως διαπιστώνεται η κοινωνική διάσταση του προβλήματος της αυθαίρετης αστικοποίησης των ελληνικών πόλεων. Κοινωνικοπολιτικά είναι επομένως τα αίτια αλλά και η επίλυση των πολυάριθμων προβλημάτων αυτών των περιοχών που παραμένουν έντονα ακόμη και σήμερα. Ο χώρος της πόλης είναι ένα τεράστιο πεδίο κοινωνικής διεκδίκησης και όχι ένα ουδέτερο ζήτημα το οποίο μπορούμε να διαχειριστούμε χωρίς αναφορά στις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις.

Tuesday, October 23, 2007

H διαπλάτυνση της οδού Λαγκαδά στη Θεσσαλονίκη - Ένα έγκλημα χωρίς τιμωρία

Οι κοινωνικές διαστάσεις των χωρικών προβλημάτων:
ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ /ΚΕΙΜΕΝΟ Νο1


Πρόσφατη είναι η κατακραυγή της τοπικής κοινωνίας της Πολίχνης για το θάνατο 17χρονης μαθήτριας που παρασύρθηκε από φορτηγό στο ύψος της αερογέφυρας στην οδό Λαγκαδά। Οι πολίτες κατήγγειλαν την έλλειψη φωτεινού σηματοδότη στο σημείο η οποία σε συνδυασμό με τις υψηλές ταχύτητες που αναπτύσσουν τα οχήματα καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνο το σημείο.
Ας επιχειρήσουμε ωστόσο μία δεύτερη ανάγνωση του προβλήματος προσπαθώντας να αναδείξουμε τις λανθασμένες σχεδιαστικές επιλογές της πρόσφατης διαπλάτυνσης της οδού, ενός έργου πολυδιαφημισμένου και πολυδάπανου।
Η οδός Λαγκαδά είναι η βασική οδική αρτηρία όλης της Βορειοδυτικής Θεσσαλονίκης καθώς συνδέει τον Βαρδάρη με την εσωτερική και εξωτερική περιφερειακή। Μπορεί να θεωρηθεί ως κόμβος σύνδεσης των πολυπληθών συνοικιών της Νεάπολης, Σταυρούπολης και Πολίχνης καθώς κυριολεκτικά τις διασχίζει και τις συνδέει με το κέντρο της πόλης। Εκατέρωθεν της οδού συγκεντρώνεται μεγάλος όγκος εμπορικών δραστηριοτήτων, πολιτιστικά και διοικητικά κτίρια, το προς απόδοση στους πολίτες στρατόπεδο Παύλου Μελά। Ο αριθμός των διερχόμενων αυτοκινήτων ιδιαίτερα τις ώρες αιχμής είναι εξαιρετικά μεγάλος αλλά εξίσου μεγάλος είναι και ο όγκος των πεζών που διασχίζουν το δρόμο, χρησιμοποιούν τη δημόσια συγκοινωνία, κινούνται στα πεζοδρόμια, τις πλατείες και τους κοινόχρηστους χώρους. Η διαπλάτυνση και αναβάθμιση της οδού αναγνωρίστηκε ως μία ανάγκη από τους Δήμους, την πολιτεία και τους πολίτες.
Το τελικό έργο ωστόσο προξενεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που κλήθηκε να επιλύσει: Ο δρόμος διαμορφώθηκε με τρεις πλατιές λωρίδες κίνησης αυτοκινήτων, παράπλευρους βοηθητικούς δρόμους για την εξυπηρέτηση των καταστημάτων, και υψηλό διαχωριστικό στηθαίο από οπλισμένο σκυρόδεμα. Τα πεζοδρόμια παρέμειναν στενά και
καμία πρόβλεψη δεν έγινε για τη καλύτερη χωροθέτηση των στάσεων λεωφορείων, τη διευκόλυνση της διέλευσης των πεζών, τη μείωση της ταχύτητας των οχημάτων. Ως αποτέλεσμα αντί το έργο να δώσει έμφαση σε ένα σχεδιασμό προς όφελος των πολιτών των όμορων Δήμων, τη βελτιστοποίηση της δημόσιας συγκοινωνίας και τη γενικότερη αναβάθμιση της υποβαθμισμένης και άναρχα δομημένης περιοχής, δημιούργησε έναν αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας που διέρχεται μέσα από μία κατοικημένη περιοχή με πληθυσμό 300.000 περίπου κατοίκων! Οι φωτεινοί σηματοδότες που διακόπτουν την κυκλοφορία είναι ανεπαρκείς σε αριθμό και διάρκεια και περιορίζονται σε ένα μόνο τμήμα της οδού καθώς από το σημείο πριν την αερογέφυρα και μετά καταργούνται. Τα αυτοκίνητα σε αυτό το σημείο αλλά στα σημεία ανάμεσα από τους σηματοδότες αναπτύσσουν ταχύτητες που αγγίζουν τα 100 χιλιόμετρα την ώρα εκμεταλλευόμενα το πλάτος της οδού και την έλλειψη διασταυρώσεων. Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν και το τραγικό ατύχημα της νεαρής μαθήτριας ήρθε ως άμεση συνέπεια ενός λανθασμένου σχεδιασμού.
Θέτω επομένως τα ερώτηματα: Είναι τυχαία αυτή η απόλυτη έλλειψη ευαισθησίας σε ζητήματα ποιότητας ζωής των κατοίκων της περιοχής που περιβάλλει την οδό Λαγκαδά; Είναι τυχαία η προτεραιότητα που δόθηκε στους διερχόμενους οδηγούς και όχι στους πολίτες που βιώνουν το χώρο στην καθημερινότητα τους; Είναι τυχαία η μηδενική αναβάθμιση της ποιότητας του δημόσιου χώρου που περιβάλλει το δρόμο, των πεζοδρομίων και των διασταυρώσεων; Σημειώνω ότι σε κανένα άλλο σημείο της Θεσσαλονίκης εντός του συμπαγούς αστικού ιστού δεν έχει σχεδιαστεί δρόμος με τόσο ευνοϊκές για το αυτοκίνητο ρυθμίσεις και τόσο μεγάλη έλλειψη προδιαγραφών για την κίνηση του πεζού। Ακόμη και η οδός Εγνατία που διασχίζει τον ανατολικό τομέα έχει νησίδα πρασίνου που επιτρέπει την τμηματική διέλευση πεζών, μεγαλύτερη συχνότητα φωτεινών σηματοδοτών και αισθητά μικρότερες ταχύτητες। Είναι γνωστή η μεγάλη διαμαρτυρία η οποία έγινε πρόσφατα με την πρόθεση διαπλάτυνσης της παραλιακής λεωφόρου με την κατασκευή της υποθαλάσσιας αρτηρίας η οποία αφορούσε τον αποκλεισμό των πολιτών από την παραλία. Πόσο έντονη θα έπρεπε να είναι η διαμαρτυρία για το κατασκευασμένο έργο της Λαγκαδά που αποκλείει την επικοινωνία ολόκληρων Δήμων με εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους; Τελικά στόχος του έργου είναι απλώς η διευκόλυνση των διερχόμενων οδηγών ή παράλληλη αναβάθμιση της πλέον υποβαθμισμένης περιοχής της πόλης;
Όλα αυτά δεν είναι δυστυχώς τυχαία και βασίζονται στο ότι η υποβάθμιση των Δυτικών συνοικιών είναι συνειδητή και σχεδιασμένη. Θα περίμενε κανείς σε ένα έργο της περιόδου 2006 – 2007 την αυστηρή τήρηση προδιαγραφών ασφαλείας και ποιότητας. Δυστυχώς δεν υπάρχουν παντού τα ίδια μέτρα και σταθμά. Η μετακίνηση με ιδιωτικά μέσα και η αναβάθμιση ορισμένων μόνο προνομιακών τομέων της πόλης είναι η πάγια λογική του σχεδιασμού που εφαρμόζεται. Είχα ακούσει πριν από ένα χρόνο ένα δημοσιογράφο να παρομοιάζει το έργο της Λαγκαδά με το γεφύρι της Άρτας λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που πήρε να ολοκληρωθεί. Φαίνεται πως τώρα το έργο απέκτησε το δικό του φόρο αίματος. Μόνο που αυτήν τη φορά δεν ήταν η γυναίκα του πρωτομάστορα που αναφέρει ο λαϊκός μύθος. Ήταν μία απλή νεαρή μαθήτρια των εργατικών προαστίων…….

Thursday, October 18, 2007

Ο Αστικός χώρος ως πεδίο διεκδίκησης μίας κοινωνικής ισότητας




Το κείμενο έρχεται ως συνέχεια στο προηγούμενο με το οποίο επιχείρησα να αποκαλύψω τη ψευδαίσθηση της ουδετερότητας στα χωρικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Πιστεύω βαθιά μέσα μου ότι τόσο οι επιστήμες της αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, όσο και ο πολιτικός αντιπολιτευτικός λόγος της αριστεράς, έχουν -ο καθένα με τον τρόπο του - αφήσει στο περιθώριο αυτή τη σχέση χώρου και κοινωνικών ανισοτήτων.
Ας εξετάσουμε αρχικά τις επιστημονικές προσεγγίσεις: Η δυναμική πορεία των πρωτοπόρων της ριζοσπαστικής κοινωνικής γεωγραφίας κατά τη δεκαετία του ’70 σταδιακά ατόνησε, δίνοντας τη θέση της αφ’ενός σε μία σειρά μεταμοντέρνων κοινωνικών προσεγγίσεων με πρωτοπόρους τους μελετητές της ονομαζόμενης σχολής του Los Angeles, αφ’ετέρου σε μία νέα γενιά χωρικών αναλυτών που δίνοντας έμφαση στα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS) και τα μαθηματικά μοντέλα έστρεψαν εκ νέου την πλάτη στην κοινωνική διάσταση του χώρου.
(Η παρατήρηση αυτή φυσικά μπορεί να θεωρηθεί και ως μία αυτοκριτική και για την ίδια τη δική μου έρευνα στο Αριστοτέλειο που εστιάζει πρωτίστως σε μαθηματικές και μορφολογικές αναλύσεις της αστικοποίησης. Όπως έχω εξηγήσει ωστόσο πιστεύω ότι η μαθηματική ποσοτική ανάλυση είναι απαραίτητη για την κατανόηση των σύγχρονων μετασχηματισμών των πόλεων, δίνει απαντήσεις στο που και το πόσο, αλλά αναμφίβολα απαιτείται επέκταση σε κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά δεδομένα για αναζητηθούν τα αίτια, οι ερμηνείες και οι λύσεις των προβλημάτων). Στην ελληνική βιβλιογραφία οι κοινωνικές αναγνώσεις του χώρου υπήρξαν ελάχιστες και φυσικά δε συνδέθηκαν ποτέ με την πολιτική και το σχεδιασμό των αστικών περιοχών. Ποτέ δεν υπήρξε ένας ξεκάθαρος πόλος πολιτικής θεώρησης των χωρικών ζητημάτων ικανός να αρθρώσει ένα ισχυρό επιστημονικό λόγο και ένα σαφές ιδεολογικό πλαίσιο ανάλυσης της πραγματικότητας.
Από τη δική τους πλευρά οι πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς εστιάζουν πρωτογενώς σε ζητήματα εργασίας, παιδείας και οικονομίας και μόνο περιστασιακά ασχολούνται με ζητήματα του χώρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα βασικά αιτήματα της αριστεράς σπανίως εντάσσονται διεκδικήσεις που αποκλίνουν από τον παραδοσιακό πυρήνα της αναβάθμισης της δημόσιας παιδείας, των βελτίωσης των εργασιακών όρων, της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους και της διασφάλισης του δημόσιου χαρακτήρα των βασικών υπηρεσιών. Και από την πλευρά αυτή συνεπώς απουσιάζει ένα ξεκάθαρο ιδεολογικό πλαίσιο που να προβάλλει τη χωρική διάσταση των κοινωνικών προβλημάτων και να προβάλλει τον αστικό χώρο ως πεδίο διεκδίκησης της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης.
Αυτό ωστόσο οφείλει να αλλάξει. Η πρόσφατη ανάδειξη περιβαλλοντικών ζητημάτων στο επίκεντρο της επικαιρότητας με τις μεγάλες καταστροφικές πυρκαγιές, τα προβλήματα της μόλυνσης, την κλιματική αλλαγή λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου αλλά και η σταδιακή ανάδειξη κινημάτων πολιτών που προτάσσουν ως διεκδικήσεις ζητήματα του χώρου φανέρωσαν ότι υπάρχει μία ώριμη αντίληψη σε μεγάλο μέρος των πολιτών πάνω σε αυτά ζητήματα. Ακόμη περισσότερο φανέρωσαν ότι διαμορφώνεται μία δυναμική που θέτει αυτά τα ζητήματα σε βάση διεκδικήσεων και κινητοποιήσεων. Οι πολίτες δείχνουν να είναι έτοιμοι και να αντιλαμβάνονται έστω και αμυδρά τα πολιτικά αίτια των προβλημάτων του χώρου.
Να δώσω ένα παράδειγμα: Στην πρόσφατη φωτιά της Κασσάνδρας στη Χαλκιδική χιλιάδες πολίτες της Θεσσαλονίκης συμμετέχοντας στις δημοφιλείς εκπομπές του Στέφανου Διαμαντόπουλου στο Ράδιο Θεσσαλονίκη διατύπωσαν απόψεις που φανέρωσαν μία βαθιά κατανόηση της πολιτικής διάστασης του προβλήματος και μία ετοιμότητα συμμετοχής। Ένας πολίτης μάλιστα ανέφερε ότι υπάρχουν πολλοί που είναι έτοιμοι να αναλάβουν δράση και ζήτησε από το γνωστό δημοσιογράφο να αναλάβει να τους συντονίσει σε μία κοινή προσπάθεια। Φυσικά ο Στέφανος δεν έχει τέτοιο θεσμικό ρόλο (αν και σε πολλές περιπτώσεις αναπτύσσει πρωτοβουλίες και οργανώνει δράσεις) και απάντησε με γενικό τρόπο για την ανάγκη αυτοοργάνωσης σε επίπεδο γειτονιάς। Θέλω να τονίσω επομένως ότι υπάρχει στην ελληνική κοινωνία ένα μεγάλο απόθεμα δυναμικότητας και διεκδίκησης πάνω σε προβλήματα του αστικού χώρου και του περιβάλλοντος. Η διεκδίκηση αυτή ωστόσο πρέπει να συνοδεύεται από μία κοινωνική και πολιτική συνειδητοποίηση. Οι πολίτες οφείλουν να γνωρίζουν ότι τα αίτια και οι λύσεις των προβλημάτων τους είναι πολιτικά. Η ψευδαίσθηση της ουδετερότητας πρέπει σταδιακά να αποδομηθεί. Εάν ο αστικός χώρος αναδειχθεί ως πεδίο διεκδίκησης μίας κοινωνικής ισότητας οι κοινωνικοί αγώνες θα διευρυνθούν σε κάθε επίπεδο της καθημερινής ζωής, η συνειδητοποίηση θα ενδυναμωθεί από την διεκδίκηση αιτημάτων που είναι άμεσα ορατά και κατανοητά. Και εάν είναι αλήθεια ότι ο διαχωρισμός των κοινωνικών τάξεων γίνεται δυσδιάκριτος στη σημερινή πολυσύνθετη οικονομική και εργασιακή πραγματικότητα, τότε είναι σαφές ότι ένα χωρικός κοινωνικός διαχωρισμός γίνεται πιο έντονα αντιληπτός από ποτέ.



Wednesday, October 17, 2007

Χώρος και Πολιτική : Κοιτάζοντας βαθύτερα στα προβλήματα της καθημερινότητας


Ο Mike Davis στο καταπληκτικό έργο του ‘City of Quartz’, υποστηρίζει ότι προκειμένου να ανιχνεύσουμε το μέλλον ενός αστικού χώρου και της κοινωνίας του (στην προκειμένη περίπτωση του Λος Άντζελες στο οποίο αναφέρεται το έργο του) πρέπει να ‘ανασκάψουμε’ το παρελθόν της। Και αναφερόμενος στο παρελθόν εστιάζει κυρίως στο σύνολο των πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών σχέσεων και τον τρόπο που αυτά επηρεάζουν το χώρο.
Θα ήθελα σε αυτό το κείμενο να εκφράσω μία βαθιά πεποίθηση μου η οποία ενδεχομένως μπορεί να γίνει αντιληπτή με μία δεύτερη ανάγνωση των προηγούμενων απόψεων μου αλλά θα ήταν σημαντικό να καταστεί απόλυτα σαφής: Ο χώρος είναι παράγωγο της κοινωνίας και η κοινωνία χαρακτηρίζεται από μία διαρκή σύγκρουση κοινωνικών ομάδων ή τάξεων (όπως θα επισήμαινε μία μαρξιστική ανάλυση). Τα προβλήματα που εμφανίζονται στο χώρο δεν είναι ουδέτερα, δεν έχουν μία ανεξάρτητη περιβαλλοντική διάσταση – είναι προϊόν των κοινωνικών προβλημάτων, διεκδικήσεων, συγκρούσεων και συμβιβασμών. Ταυτόχρονα όμως είναι γενέτειρα νέων προβλημάτων καθώς ο χώρος αποτελεί το πεδίο αναπαραγωγής και ενίσχυσης των κοινωνικών ανισοτήτων του καπιταλιστικού συστήματος.
Αυτά που αναφέρω εδώ δεν είναι θεωρητικές φλυαρίες ούτε αιρετικές απόψεις κάποιου πολεοδόμου με αριστερές πολιτικές πεποιθήσεις. Αποτελούν τη θεωρητική βάση μία ολόκληρης θεωρητικής σχολής της αστικής γεωγραφίας που είναι ευρέως γνωστή ως ‘radical geography’ και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις νεότερες μεταμοντέρνες προσεγγίσεις που κυριαρχούν σήμερα στην επιστημονική ατζέντα. Μελετητές του μεγέθους του David Harvey, του Richard Peet, της Doreen Massey, του Mike Davis και του Edward Soja ανέπτυξαν ένα τεράστιο έργο ανάλυσης της διαλεκτικής σχέσης χώρου και κοινωνίας. Παράλληλα πρόκειται για μία σχέση που μπορούμε να την αντιληφθούμε γύρω μας σε κάθε επίπεδο. Εάν αναγνώσουμε προσεκτικά το χώρο και τα προβλήματα του, τις αποφάσεις που λαμβάνονται ή τις ενέργειες που πραγματοποιούνται ή δε πραγματοποιούνται θα διαπιστώσουμε στο βάθος τις ίδιες της αντιφάσεις και ανισότητες της σημερινής κοινωνίας και θα κατανοήσουμε ότι τα χωρικά προβλήματα είναι πρωτίστως πολιτικά.
Αυτή η θεώρηση των πραγμάτων έρχεται σε αντίθεση με την αντίληψη την οποία αντιλαμβάνομαι ότι έχει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας και σύμφωνα με την οποία τα χωρικά προβλήματα δεν έχουν έντονο ιδεολογικό πρόσημο. Στις πρόσφατες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές παρακολούθησα δεκάδες συνεντεύξεις υποψήφιων Δημάρχων όλων των παρατάξεων διαπιστώνοντας ότι στην πλειοψηφία τους είχαν κοινούς στόχους ως προς τα προβλήματα των Δήμων τους, τα οποία αναγνώριζαν ως αυτονόητα και χωρίς πολιτικές προεκτάσεις και τα οποία παρουσίαζαν χωρίς καμιά πολιτική ανάλυση. Παρόμοια υπήρξε η παρέμβαση με τις ερωτήσεις και τα αιτήματα από τους πολίτες και του δημοσιογράφους: Το αποχετευτικό δίκτυο, ο νέος δρόμος, η συγκομιδή των απορριμμάτων, οι επεκτάσεις του σχεδίου και οι όροι δόμησης. Όλες οι παρατάξεις έδιναν την εντύπωση να έχουν τον ίδιο ουδέτερο στόχο, τα ίδια ουδέτερα προβλήματα.
Όμως ο χώρος δεν είναι ουδέτερος. Παράγει και αναπαράγει τις ανισότητες, διευρύνει ή αμβλύνει τις κοινωνικές διαφορές, συνδέεται αλληλένδετα με το συνολικό πολιτικό σύστημα και τις επιλογές του. Πρέπει να αρχίζουμε να σκεπτόμαστε βαθύτερα. Πρέπει να αποκαλύπτουμε τη πηγή του προβλήματος και όχι τις επιφανειακές εκφράσεις του. Ας αναρωτηθούμε αν η υποβάθμιση των Δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης είναι πρόβλημα που προέκυψε και μπορεί να λυθεί με ουδέτερα πολιτικά κριτήρια. Ας αναρωτηθούμε αν η χωροθέτηση όλων των εγκαταστάσεων που ρυπαίνουν το περιβάλλον της δυτικής περαστικής ζώνης έγινε με ‘ουδέτερες’ αποφάσεις ενός επιστήμονα της χωροταξίας. Ας αναρωτηθούμε αν τα τοξικά της ΔΙΑΝΑ παραμένουν για δεκαετίες στις δυτικές συνοικίες λόγω της αδιαφορίας ενός δημάρχου ή εξαιτίας ενός συνολικού πολιτικού συστήματος. Ας αναρωτηθούμε για ποιους λόγους αντί να επιβάλλεται απαγόρευση της διέλευσης αυτοκινήτων από το κέντρο της πόλης όταν οι ατμοσφαιρικοί ρύποι αγγίζουν τα όρια συναγερμού, ακούμε προτάσεις για ‘επιβολή διοδίων’, ένα μέτρο καθαρά άδικο κοινωνικά που στοχεύει στον αποκλεισμό της κυκλοφορίας συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Ας αναρωτηθούμε το λόγο για τον οποίο δεν πραγματοποιούνται έλεγχοι στις βιομηχανίες και βιοτεχνίες για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, το λόγο για τον οποίο δε συλλαμβάνονται ποτέ οι εμπρηστές και οι μεγάλοι καταπατητές των δασικών εκτάσεων, το λόγο για τον οποίο δεν πληρώνονται τα πρόστιμα για τις παρανομίες των εργολάβων, το λόγο για τον οποίο επί δεκαετίες μερικές δεκάδες επιχειρήσεις κατέστρεφουν ανενόχλητες την Κορώνεια.
Όποιος πιστεύει ότι τα χωρικά προβλήματα είναι ουδέτερα ή δεν έχει προχωρήσει τη θεωρητική του ανάλυση βαθύτερα ή παραπλανά σκοπίμως τον εαυτό του για να μη βλέπει την αλήθεια. Εγώ θα προσπαθήσω από αυτό το blog να ανοίξω νέους ορίζοντες στη σκέψη μας, να προχωρήσω βαθύτερα και να αποκαλύψω το αυτό το προσωπείο της ουδετερότητας. Ποιος είναι μαζί μου ?

Thursday, October 4, 2007

Να δώσουμε στην επιστήμη το ρόλο που της αξίζει!


Όσο περισσότερο εμβαθύνω στις δυνατότητες που προσφέρει η σύγχρονη επιστήμη ως προς την ανάλυση και κατανόηση της αστικής πραγματικότητας, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ την τεράστια οπισθοδρόμηση του πολεοδομικού σχεδιασμού στη χώρα μας. Τι στιγμή που η επιστημονική σκέψη μέσα από τις νέες θεωρίες της πολυπλοκότητας, των fractals και των δυναμικών χωρικών μοντέλων ανοίγει ένα νέο πεδίο εφαρμογής του σχεδιασμού και προγραμματισμού σε επίπεδο μητροπολιτικής περιοχής, το ελληνικό κράτος περιορίζεται να νομιμοποιεί αυθαίρετες επεκτάσεις.
Τι στιγμή που η επιστημονική σκέψη εστιάζει στο ζήτημα της αστικής βιωσιμότητας θέτοντας την ανάγκη για περιορισμό της αστικής εξάπλωσης και της δημιουργίας συμπαγών μορφών (compact cities), οι τοπικές αυτοδιοικήσεις των Δήμων μας αναγγέλλουν νέες επεκτάσεις σχεδίου, χωρίς καμία από απαιτούμενες αναλύσεις και μελέτες. Στη χώρα μας η λέξη ‘πολεοδομία’ έχει ταυτισθεί με την έκδοση οικοδομικών αδειών και τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων, ενώ έχει ξεχαστεί το πραγματικό νόημα και η ουσία της επιστήμης που είναι η μελέτη της πόλης και της υπαίθρου, η ανάλυση των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων όπως αυτά εκφράζονται στο χώρο, ο ακριβής προγραμματισμός και σχεδιασμός των μελλοντικών καταστάσεων...

Χθες δημιούργησα ένα υποθετικό μοντέλο ανάπτυξης μίας αστικής περιοχής ικανό να προσομοιώνει την αστική μορφολογία και να εξετάζει μελλοντικά σενάρια ανάπτυξης। (δες εικόνα)
Εάν προχωρήσω σε αυτό το πεδίο θα μπορώ σύντομα να το προσαρμόσω στα δεδομένα της Θεσσαλονίκης και να διερευνήσω προβλήματα και δυνατότητες !
Ποιος πιστεύετε όμως ότι μπορεί να ενδιαφερθεί εκτός ίσως από τους καθηγητές μου και ίσως μερικούς φίλους μου αρχιτέκτονες ? Το μοντέλο μου - όπως και πολλά άλλα Ελλήνων ερευνητών θα καταλήξει – σε ένα συρτάρι του γραφείου μου...εξάλλου τώρα έχουμε μερικές χιλιάδες στρέμματα να εντάξουμε στο σχέδιο - με μοντέλα θα ασχολούμαστε!


Thursday, July 26, 2007

Η λειτουργία και ο ρόλος των Επιτροπών Πολεοδομικού & Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ): Ένας θεσμός υπό αμφισβήτηση.




Οι επιτροπές Πολεοδομικού & Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ), θεσμοθετήθηκαν πριν από δύο περίπου δεκαετίες με στόχο την άσκηση ουσιαστικού ελέγχου κατά τη φάση έκδοσης των οικοδομικών αδειών και τη διασφάλιση της αισθητικής και λειτουργικής αρτιότητας του παραγόμενου κτισμένου έργου। Χαρακτηριστικά, σύμφωνα με υπ. Αριθμ. 31252/87 Υπουργική απόφαση « ... οι μελέτες ελέγχονται από τις ΕΠΑΕ με βάση την αρχιτεκτονική άποψη που επέλεξε ο μελετητής, ο έλεγχος αφορά τη σωστή και ολοκληρωμένη έκφρασή της, η δε τυχόν απορριπτική απόφαση της ΕΠΑΕ πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια....» Σκοπός του ελέγχου είναι σύμφωνα με την παραγρ. 4 43424/7604/88 Υπουργικής απόφασης «να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης των χρηστών τόσο των υπαρχόντων όσο και των νεοανεγειρόμενων κτιρίων, παράλληλα με τη προστασία του περιβάλλοντος, την κατά το δυνατό διατήρηση των φυτειών και τη λειτουργικότερη οργάνωση των ακάλυπτων χώρων του οικοπέδου και ολόκληρου του οικοδομικού τετραγώνου ».

Η εστίαση των επιτροπών δεν περιορίζεται πλέον σε εξαιρετικά ευαίσθητες οικιστικές περιοχές όπως παραδοσιακούς οικισμούς ή ιστορικά κέντρα πόλεων αλλά επεκτείνεται σε περιοχές εκτός σχεδίου, οικιστικές περιοχές κοντά στον αιγιαλό, κεντρικούς άξονες οικισμών. Στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης για παράδειγμα η έγκριση από την ΕΠΑΕ είναι απαραίτητη σε όλους τους κεντρικούς Δήμους, αλλά και περιαστικούς οικισμούς όπως το Ρετζίκι, κεντρικές περιοχές της Ν.Ραιδεστού και της Επανωμής, όλες τις εκτός σχεδίου περιοχές. Σε ειδικές περιοχές όπως η Άνω Πόλη απαιτείται επιπλέον έγκριση από τη δευτεροβάθμια ΕΠΑΕ.
Πρόκειται επομένως για ένα θεσμό ο οποίος τείνει να έχει καθολική εφαρμογή και ο οποίος θα μπορούσε να αποκτήσει και ένα σημαντικό και ενεργό ρόλο στην αναβάθμιση του κτισμένου .Οι πρωτοβάθμιες Επιτροπές αποτελούνται από μία ομάδα Αρχιτεκτόνων οι οποίοι προσφέρονται εθελοντικά και δεν αποτελούν υπαλλήλους της εκάστοτε πολεοδομικής υπηρεσίας. Απαραίτητο κριτήριο συμμετοχής είναι η διέλευση 10 τουλάχιστον ετών από την απόκτηση του πτυχίου με εξαίρεση στην περίπτωση αρχιτεκτόνων που έχουν διακριθεί σε Πανελλήνιους διαγωνισμούς οπότε τα έτη μειώνονται σε 8.

Αν εξετάσουμε ωστόσο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο θεσμός στην πράξη διαπιστώνουμε σημαντικά προβλήματα και ελλείψεις. Οι επιτροπές σε πολλές περιπτώσεις περιορίζονται σε ένα τυπικό έλεγχο της πληρότητας των σχεδίων και σε μία απλή ανάγνωση των όψεων και της χρωματικής πρότασης και της πρότασης υλικών, δίνοντας έγκριση στο σύνολο σχεδόν των μελετών που υποβάλλονται οι οποίες πολύ συχνά είναι προβληματικές σχεδιαστικά και συνθετικά. Σε άλλες περιπτώσεις δημιουργούνται έντονες διαφωνίες μεταξύ μελετητών και επιτροπής πάνω σε ζητήματα που σπανίως είναι πραγματικά ουσιαστικά και μπορεί να σχετίζονται με κάποια διαμόρφωση εδάφους, κάποια λεπτομέρεια σχεδιαστική όπως η χάραξη μίας στέγης ή η επιλογής της θέσης των επενδύσεων. Διαφωνίες σε αυτό το επίπεδο οδηγούν σε απόρριψη μελετών και εξαιρετική καθυστέρηση στην έκδοση της αδείας χωρίς να εισέρχονται ωστόσο σε ζητήματα ουσιαστικής κριτικής και χωρίς να συμβάλλουν σε σημαντική αναβάθμιση του παραγόμενου έργου. Η κρίση της ΕΠΑΕ επομένως είναι είτε τυπικά θετική και αδιάφορη προς οτιδήποτε υποβάλλεται, είτε τυπικά αρνητική με σημείο αιχμής ορισμένες λεπτομέρειες που δημιουργούν αναίτιες προστριβές μεταξύ μελετητών και των μελών της Επιτροπής. Τα αίτια αυτών των προβλημάτων έχουν αναζητηθεί συχνά από αρμόδιους φορείς όπως το ΤΕΕ ή ο ΣΑΔΑΣ και συχνά εμφανίζονται προτάσεις βελτιώσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρονται ως μέτρα:
-Η κρίση να βασίζεται στις απόψεις και τη λύση που προτείνει ο μελετητής। Ο σεβασμός στην ελευθερία του μελετητή ωστόσο δε μπορεί να γίνεται πρόσχημα για την «απελευθέρωση» από τους στοιχειώδεις κανόνες της αρχιτεκτονικής.
-Πρέπει να αναδειχθεί η πραγματική αξία της αιτιολογικής έκθεσης σαν ουσιαστικό και όχι τυπικό στοιχείο της μελέτης।
-Λεπτομερής καθορισμός προδιαγραφών των προς υποβολή ελέγχου μελετών । Για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα στην παρουσίαση κάθε μελέτης είναι απαραίτητος ο έλεγχος ένταξης της κατασκευής στο περιβάλλον σε σχέση με ύψη, όγκους, στοιχεία όψεων και τον εν γένη χαρακτήρα της περιοχής και όχι μόνο η αντιμετώπιση της αισθητικής, κάθε κτιρίου μεμονωμένου
-Οι μελέτες διαβιβάζονται στην ΕΠΑΕ, ύστερα από έλεγχο πληρότητας και εφαρμογή των πολεοδομικών διατάξεων από την Υπηρεσία।
Σημειώνεται επίσης ότι δεν επιτρέπεται οι ΕΠΑΕ να κάνουν μονοσήμαντες υποδείξεις για τη διόρθωση της υπό έλεγχο μελέτης ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν την έλλειψη μιας κεντρικής ιδέας στην αρχιτεκτονική σύνθεση. Είναι αρμοδιότητα του μελετητή, αν έχει πεισθεί, να επέμβει και να τροποποιήσει την εργασία του'.

Οι προτάσεις αυτές όσο και αν φαίνονται λογικές και απαραίτητες δε μπορούν κατά τη γνώμη μου να επιλύσουν ουσιαστικά το πρόβλημα. Το χάσμα το οποίο υφίσταται μεταξύ των επιστημονικών γνώσεων και κριτηρίων των μελετητών, οι οποίοι είναι δυστυχώς στην Ελλάδα στη συντριπτική πλειοψηφία τους δεν είναι αρχιτέκτονες αλλά πολιτικοί μηχανικοί, η έλλειψη ενός στοιχειώδους θεωρητικού πλαισίου κριτικής του σχεδιασμού σε κάθε περίπτωση, οι προσωπικές απόψεις και διαφωνίες των αρχιτεκτόνων της Επιτροπής αποτελούν παράγοντες που καθιστούν αδύνατη την ουσιαστική λειτουργία και αποτελεσματικότητα του θεσμού. Η συνειδητοποίηση αυτού του χάσματος στην αντίληψη και την επικοινωνία, οι πιέσεις που ασκούνται για τη γρήγορη έγκριση των μελετών, η έλλειψη μίας σειράς σαφών κριτηρίων και η στέρηση της αξιοπιστίας και αντικειμενικότητας του θεσμού από την χρήση προσωπικών σχέσεων και γνωριμιών αποτελούν το πυρήνα των αιτίων της απαξίωσης του ρόλου των επιτροπών. Οι ΕΠΑΕ έχουν απαξιωθεί τόσο στα μάτια των μελετητών, όσο και στα μάτια των ίδιων των μελών τους... Έχουν απαξιωθεί και στα δικά μου μάτια που ως αρχιτέκτονας αδυνατώ να πιστέψω το μέγεθος της αμάθειας και έλλειψης σχεδιαστικής ευαισθησίας που υποβαθμίζει την ποιότητα του κτισμένου και φυσικού περιβάλλοντος παντού γύρω μας, ενώ οι αρμόδιες επιτροπές εκφυλίζονται σε απλούς παρατηρητές αυτής της υποβάθμισης, ανήμπορες να εισέλθουν σε ζητήματα ουσίας.

Αναγνωρίζω προφανώς τις πρακτικές και θεωρητικές δυσκολίες μίας αλλαγής αυτής της κατάστασης: Πώς είναι δυνατόν να επέμβει η Επιτροπή σε ζητήματα ουσίας που σχετίζονται με την ίδια την κεντρική σχεδιαστική ιδέα, ή την πλήρη απουσία αυτής, το σχεδιασμό βασικών δομικών στοιχείων του έργου όταν οι μελέτες έχουν ήδη ολοκληρωθεί? Με βάσει ποιο θεωρητικό πλαίσιο θα απορρίψει εξ'ολοκλήρου μία μελέτη και θα αποδείξει στο μελετητή ότι η λύση υποβαθμίζει το κτισμένο χώρο? Με βάση ποιους τέλος άξονες θα προτείνει λύσεις και θα δώσει κατευθύνσεις προκειμένου να βγει ο μελετητής από το αδιέξοδο, από τη στιγμή που σε μεγάλο ποσοστό οι μελετητές αδυνατούν να αντιληφθούν ακόμη και στοιχειώδεις σχεδιαστικές αρχές και μεθόδους? Η λύση που προτείνω είναι - όπως οφείλει εξάλλου να είναι - τολμηρή. Η ύπαρξη ενός γενικού σχεδιαστικού καθοδηγητικού πλαισίου εξειδικευμένου σε κάθε οικιστική περιοχή θα μπορούσε να δημιουργήσει μία κατάσταση υπέρβασης των προσωπικών, διεπιστημονικών και ιδεολογικών διαφωνιών και να θέσει εκ των προτέρων τους κανόνες εκπόνησης για την πλειοψηφία των μελετών. Το σχεδιαστικό αυτό πλαίσιο οφείλει να έχει προκύψει από Πανελλήνιους Αρχιτεκτονικούς Διαγωνισμούς με αδιάβλητες διαδικασίες και να εξειδικεύεται στα προβλήματα και τις ανάγκες κάθε οικιστικής ενότητας. Το πλαίσιο αυτό φυσικά θα καθορίζει τις ελάχιστες αισθητικές και λειτουργικές απατήσεις του σχεδιασμού και η δυνατότητα αποκλίσεων και εξαιρέσεων από τους κανόνες αυτούς θα υφίσταται πάντα υπό τον έλεγχο των ΕΠΑΕ. Ο ρόλος επομένως των Επιτροπών θα είναι διπλός: Αφενός να εξασφαλίσουν την σωστή εφαρμογή των γενικών σχεδιαστικών αρχών σε λύσεις και προτάσεις που δε φιλοδοξούν να πραγματοποιήσουν υπερβάσεις και να βοηθήσουν τους μελετητές να κατανοήσουν και να ενσωματώσουν αυτές τις αρχές στις ιδιαιτερότητες της κάθε μελέτης και αφ'ετέρου να αξιολογήσουν την σωστή ένταξη λύσεων που αποκλίνουν και διαφοροποιούνται με θετικό τρόπο από το γενικό πλαίσιο, επιβραβεύοντας την αρχιτεκτονική δημιουργικότητα και φαντασία....

Η πρόταση μπορεί να μοιάζει ανέφικτη και με δυσκολίες εφαρμογής, πιστεύω όμως ότι αποτελεί μονόδρομο στην έξοδο από το τέλμα στο οποίο έχει βυθιστεί η παραγωγή του κτισμένου χώρου και στη διασφάλιση μίας υψηλής ποιότητα σχεδιασμού που θα αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής. Η ιδέα αυτή εξ'άλλου εφαρμόζεται εκ των πραγμάτων σε ειδικές οικιστικές ζώνες όπου η ύπαρξη έντονου στοιχείου παραδοσιακής αρχιτεκτονικής θέτει ορισμένους βασικούς κανόνες που οι μελέτες οφείλουν να πληρούν. Ωστόσο συχνά αναγνωρίζεται από τις Επιτροπές η υψηλή σχεδιαστική ποιότητα σχεδίων που προτείνουν αρχιτέκτονες και εγκρίνουν τις μελέτες παρά τις υπερβάσεις των κανόνων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι οικισμοί των Κυκλάδων και περιοχές όπως η Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ένα τέτοιο σύστημα λειτούργησε θετικά έως ένα βαθμό, διασώζοντας την αισθητική των οικιστικών συνόλων. Για ποιο λόγο να περιοριστούμε στους παραδοσιακούς οικισμούς? Για ποιο λόγο να μη θέσουμε στόχους και πλαίσια σε νέες οικιστικές περιοχές, αναπτυσσόμενα εμπορικά κέντρα, περιαστικές ζώνες και υποβαθμισμένες κεντρικές περιοχές πόλεων? Ας δώσουμε μία ευκαιρία στους αρχιτέκτονες να οραματιστούν και να κατευθύνουν το μέλλον, να θέσουν όρια και να τα υπερβούν, να δώσουν σχεδιαστικούς άξονες και να εμπνεύσουν το σύνολο του δυναμικού των Ελλήνων μηχανικών ...

Monday, July 23, 2007

Προβλήματα και προοπτικές στο Δέλτα του Πηνειού: Σε αναζήτηση μίας περιβαλλοντικής ισορροπίας





Εικ।1 Το πλέγμα υγροβιότοπων στο Δέλτα Πηνειού που διεισδύει στο οικιστικό παραθαλάσσιο μέτωπο ανάμεσα στο Στόμιο και τους Ν.Πόρους.


Με τον όρο Δέλτα του Πηνειού αντιλαμβανόμαστε μία περιοχή σημαντική ευρύτερη από αυτήν των εκβολών της κοίτης του μεγαλύτερου ποταμού της Θεσσαλίας: Το υγρό στοιχείο πριν συναντήσει το Αιγαίο Πέλαγος διακλαδίζεται και επεκτείνεται, διεισδύει στις εκτάσεις της αγροτικής γης και τους οικισμούς, δημιουργώντας ένα υδάτινο πλέγμα υδροβιοτόπων. Η άμεση συσχέτιση της περιοχής με τους ορεινούς όγκους του Ολύμπου και του Κισάβου αλλά και με την κοιλάδα των Τεμπών τονίζει περαιτέρω την τεράστια γεωγραφική και περιβαλλοντική σημασία του.
Ο διπλός χαρακτήρας ωστόσο της περιοχής ως υδροβιότοπου μέρος του οποίου προστατεύεται από το δίκτυο Natura 2000 (Το Δίκτυο Natura 2000 αποτελεί ένα Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο περιοχών, οι οποίες φιλοξενούν φυσικούς τύπους οικοτόπων και οικοτόπους ειδών που είναι σημαντικοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ελλάδα έχει χαρακτηρίσει σήμερα 151 Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) και 239 Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) ) και ως περιοχής τουριστικής ανάπτυξης αποτελεί τη πηγή μίας σειράς προβλημάτων και προβάλλει έντονα την ανάγκη σχεδιασμού για την επίτευξη μίας περιβαλλοντικής ισορροπίας.
Βασικά οικιστικά κέντρα της περιοχής είναι οι παραλιακοί οικισμοί Στόμιο, Αλεξανδρινή, Καστρί Λουτρό, Μεσάγγαλα και Νέοι Πόροι (με σειρά από Νότο προς Βορρά). Οι οικισμοί αυτοί με εξαίρεση ίσως το Στόμιο αποτελούν περιοχές πρόσφατης οικιστικής ανάπτυξης και χαρακτηρίζονται από παραθεριστικές κατοικίες και τουριστικά καταλύματα. Η ιστορία της ανάπτυξής τους φανερώνει μία άναρχη διαδικασία δόμησης, με μεγάλο ποσοστό αυθαίρετων κτισμάτων, πλήρη απουσία σχεδιασμού και περιβαλλοντικής προστασίας. Το πρόβλημα όπως είναι κατανοητό εστιάζεται κατά μήκος της ακτογραμμής όπου το πλέγμα των υδροβιότοπων συναντά τη θάλασσα και όπου η παραποτάμια βλάστηση και το οικοσύστημα της συνδυάζεται με τις πλατιές αμμώδεις παραλίες και τους παραθεριστικούς οικισμούς. Ο οικισμός Αλεξανδρινή, νέος οικισμός με μικρή ακόμη ανάπτυξη χωροθετείται δίπλα ακριβώς στις εκβολές ενός παραποτάμου του Πηνειού, ενώ ανάμεσα από τα Μεσάγγαλα και τους Νέους Πόρους ένα πλέγμα από λίμνες κυριολεκτικά αγγίζει τις τουριστικές χρήσεις που αναπτύσσονται κατά μήκος της παραλίας.



Εικ.2 Περιοχές ενταγμένες στο δίκτυο προστασίας

Διαφορετική είναι η κατάσταση στην ενδοχώρα της πεδιάδας όπου μία περισσότερο βιώσιμη σχέση οικισμών και βιοτόπων παρατηρείται। Στον οικισμό της Παλαιοχώρας οποίος είναι κτισμένος στη βόρεια κοίτη του Πηνειού η ήπια ανάπτυξη με τη εξαιρετικά χαμηλή και αραιή δόμηση συντελεί στη δημιουργία μίας αισθητικής και περιβαλλοντικής ।





Πρέπει να επισημανθεί ότι το πλέγμα των υδροβιότοπων παρά τις έντονες πιέσεις που δέχεται από την απρογραμμάτιστη οικιστική ανάπτυξη διατηρεί ακόμη σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά του, με αποτέλεσμα να μπορεί να αποκατασταθεί και να διασωθεί με τη λήψη άμεσων μέτρων. Σημαντικό στοιχείο που συμβάλλει σε αυτήν τη έως σήμερα διατήρηση είναι η απουσία ενός σύγχρονου οδικού δικτύου παράλληλου της Εθνικής Οδού. Η πιθανή δημιουργία ενός τέτοιου δικτύου θα είχε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες καθώς θα κατακερμάτιζε τους υδροβιότοπους και τις ελεύθερες αγροτικές εκτάσεις, θα τροφοδοτούσε περαιτέρω οικιστική ανάπτυξη, θα ενίσχυε τη χρήση του αυτοκινήτου και θα υποβάθμιζε ανεπανόρθωτα το φυσικό τοπίο.
Σύμφωνα με την πρόσφατη ΜΕΛΕΤΗ ΟΙΚΟΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΙΟΥ οι δυνατότητες ανάπτυξης της περιοχής με εναλλακτικές μορφές τουρισμού συνθέτουν μία διέξοδο από τα σημερινά προβλήματα:
‘Η περιοχή διαθέτει πλούσιους πόρους και πολλές εναλλακτικές ευκαιρίες στον τουρίστα προκειμένου αυτός να επιδοθεί σε «τουρισμό περιπέτειας» και «αθλητικό τουρισμό», όπως είναι οι διαδρομές σε μονοπάτια στην περιοχή του Δέλτα ή σε δασικές περιοχές, η χάραξη διαδρομών με ποδήλατα, το κυνήγι στις περιοχές ελεγχόμενης θήρας, την ιστιοπλοΐα..’
Παράλληλα ωστόσο επισημαίνονται βασικά προβλήματα της περιοχής όπως η απουσία Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων, Μονάδων Βιολογικού Καθαρισμού, σύγχρονων δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης και έργων αντιπλημμυρικής προστασίας. Πρόταση της μελέτης αποτελεί η εκπόνηση σε παράλληλα χρονικά πλαίσια του ΣΧΟΟΑΠ των Δήμων Κ. Ολύμπου, Ευρυμενών και κοινότητος Αμπελακίων και με προτεραιότητα στον καθορισμό ζωνών ανάπλασης των εκτεταμένων θυλάκων αυθαίρετης δόμησης του παραλιακού μετώπου και στον καθορισμό κριτηρίων ένταξης ζωνών, ως περιοχή προστασίας και στο χαρακτηρισμό τους ως Περιοχές Ειδικής Προστασίας.
Παρά τις προτάσεις και τις μελέτες ωστόσο η περιοχή σήμερα μένει εντελώς απροστάτευτη: Ακόμη και με μία πιθανή μετατροπή των Τεμπών σε εθνικό πάρκο, ο σχεδιασμός της πολιτείας δε φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει την ενότητα της περιοχής των Τεμπών με αυτή του Δέλτα και την άμεση ανάγκη λήψης μέτρων. Τα αναπτυξιακά σχέδια ιδιωτών και πολιτείας αποτελούν το μεγαλύτερο κίνδυνο για μία περιοχή που παρά την εξαιρετικά αυθαίρετη ανάπτυξη και τη πλήρη απουσία σχεδιασμού και προστασίας διατηρεί ακόμη ορισμένους θύλακες παρθένας φυσικής ομορφιάς και ορισμένα σημαντικά οικοσυστήματα.
Κλείνοντας αυτό το σύντομο άρθρο σημειώνω ένα προσωπικό στόχο τον οποίο θα ήθελα να μοιραστώ με οποιονδήποτε αντιλαμβάνεται την αξία αυτής της ευαίσθητης περιοχής: Να αναδείξω την ιδιαιτερότητα και τη σημασία του, να απεικονίσω και να καταγράψω τα προβλήματα, να προωθήσω ιδέες και προτάσεις για την διάσωση ενός μοναδικού τοπίου που αναζητά μία ισορροπία.


Tuesday, July 10, 2007

Μία κριτική στην πολιτική για το πράσινο στο Δήμο Θεσσαλονίκης.

Αποτελεί γεγονός ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης χαρακτηρίζεται από σημαντική έλλειψη πρασίνου εντός του πολεοδομικού ιστού και ότι εάν δεν προσμετρήσουμε τις περιοχές πρασίνου που βρίσκονται σε περιαστικές περιοχές (Σέιχ Σου, Γαλλικός ποταμός, Χορτιάτης) η αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο είναι εξαιρετικά χαμηλή για τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού χώρου। Στην αρνητική αυτή εικόνα συμβάλλει η συμπαγής μορφή του αστικού ιστού τόσο στους κεντρικούς Δήμους όσο και σε Δήμους που βρίσκονται στον εξωτερικό δακτύλιο του Πολεοδομικού Συγκροτήματος. Η απρογραμμάτιστη ανάπτυξη της δυτικής και ανατολικής προαστιακής ζώνης και η σταδιακή ενσωμάτωση στο σχέδιο πόλης περιοχών που υπήρξαν αρχικά οικισμούς αυθόρμητης εγκατάστασης προσφύγων και ασθενών οικονομικά κοινωνικών ομάδων αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες του προβλήματος της έλλειψης δημοσίων και κοινόχρηστων χώρων και ως επέκταση χώρων πρασίνου. Το ζήτημα αυτό φυσικά έχει τεράστιες επεκτάσεις και επιδέχεται εκτενή ανάλυση την οποία δε μπορούμε να συμπεριλάβουμε σε αυτό το άρθρο. Αυτό που έχει σημασία να αντιληφθούμε είναι η σημαντική έλλειψη πρωτοβουλίας από την πλευρά του Δήμου Θεσσαλονίκης και ως επέκταση και άλλων Δήμων να αξιοποιήσουν τις λιγοστές αλλά όχι αμελητέες δυνατότητες ενίσχυσης του πράσινου στοιχείου στην πόλη: Δενδροφυτεύσεις σε πεζοδρόμια, αξιοποίηση μικρών ελεύθερων χώρων που εντοπίζονται κατακερματισμένοι μέσα στον αστικό ιστό, νησίδες μεγάλων οδικών αξόνων...Και φυσικά τα στρατόπεδα της δυτικής περιοχής τα οποία όπως είναι γνωστό αποτελούν αντικείμενο πολλαπλής διαμάχης εδώ και πολλές δεκαετίες.
Θα ήθελα να εστιάσω σε δύο πρόσφατα παραδείγματα τα οποία προβάλλουν με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο την αδυναμία του Δήμου Θεσσαλονίκης να χειρισθεί το πρόβλημα του πρασίνου. Το πρώτο αναφέρεται στην πρόσφατη καταστροφή της νησίδας της οδού Μοναστηρίου μεταξύ του κόμβου της πλατείας Δημοκρατίας και του Σιδηροδρομικού σταθμού. Η νησίδα αποτελούσε μία σημαντική ανάσα για τη γύρω περιοχή καθώς υπήρχε σε αυτή μία δενδροστοιχία από μεγάλα πλατάνια και άλλα δένδρα, τα οποία κυριολεκτικά δημιουργούσαν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μία πράσινη ζώνη. Η νησίδα και το σύνολο των δένδρων σήμερα δεν υπάρχουν καθώς η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ εκτέλεσε εργασίες εντοπισμού δικτύων, ασφαλτοστρώνοντας στη συνέχεια το σημείο που υπήρχε η νησίδα. Εγείρεται το εύλογο ερώτημα εάν αυτή η καταστροφή προβλεπόταν στη μελέτη και εάν ο Δήμος και οι αρμόδιοι φορείς ενημερώθηκαν και συναίνεσαν σε αυτήν την πράξη. Και μάλιστα το ζήτημα δεν είναι μεμονωμένο διότι εάν
ακολουθηθεί η ίδια πρακτική σε όλο το μήκος του έργου, η ίδια μοίρα περιμένει τις νησίδες και το πράσινο της Εγνατίας το οποίο στο ύψος των πανεπιστημίων και στη περιοχή της Χαριλάου είναι σημαντικό και περιλαμβάνει έως και υψηλά πεύκα.
Το δεύτερο αναφέρεται στην πρόσφατη απόπειρα του Δήμου να δενδροφυτεύσει την οδό Κήπων που διέρχεται μπροστά από το τείχος και το Νοσοκομείο 'Αγ.Δημήτριος' ανεβάζοντας στον Αγ.Παύλο. Οι εργασίες προετοιμασίας της δενδροφύτευσης πραγματοποιήθηκαν, οι πλάκες πεζοδρομίου αφαιρέθηκαν αλλά ως εκ θαύματος την επόμενη μέρα το
ίδιο συνεργείο τις έκλεισε ξανά εγκαταλείποντας το σχέδιο. Τι συνέβη? Ποια παρέμβαση απέτρεψε τη δενδροφύτευση σε αυτό το σημαντικό και ιστορικό σημείο της πόλης, σε ένα σημείο που αποτελεί πυρήνα πρασίνου για τις γύρω περιοχές. Αναζητώντας την απάντηση δε μπορούμε παρά να υποθέσουμε το χειρότερο... Το πεζοδρόμιο χρησιμοποιείται ως χώρος παράνομης στάθμευσης κυρίως κατά τις πρωινές ώρες, καθώς τα αυτοκίνητα καταλαμβάνουν το χώρο του πεζοδρομίου αποκλείοντας κάθε κίνηση πεζού στην περιοχή. Η δενδροφύτευση θα ακύρωνε μερικές δεκάδες 'θέσεων στάθμευσης' και αυτό φαίνεται να προκύπτει ως το μόνο αίτιο της συμπεριφοράς του Δήμου. Κανείς αναρωτιέται: Είναι δυνατόν ο Δήμος να είναι δέσμιος μερικών δεκάδων οδηγών οι οποίοι παράνομα καταλαμβάνουν πεζοδρόμια? Είναι δυνατόν η πολιτική για το πράσινο να εξαρτάται από τα συμφέροντα των αυτοκινήτων?
Τα δύο ανωτέρω παραδείγματα αποτελούν συμπληρωματικές εικόνες της ίδιας αρνητικής κατάστασης. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης φαίνεται ανήμπορος τόσο να προστατέψει το λιγοστό υπάρχον πράσινο όσο και να προχωρήσει σε σημειακές παρεμβάσεις ενίσχυσής του. Η πολιτική βούληση για μία βελτίωση της κατάστασης φαίνεται να απουσιάζει.
Κλείνοντας, θέλω να επισημάνω κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: Οι διαπιστώσεις που μπορεί να βγάλει ο καθένας από τη διερεύνηση των δύο αυτών παραδειγμάτων είναι πιστεύω σαφείς. Δεν πρέπει όμως να μείνουμε εκεί, πρέπει να επεμβούμε δυναμικά, να διασώσουμε τις νησίδες της Εγνατίας και να αντικαταστήσουμε τη σειρά αυτοκινήτων στην άνοδο προς τον Αγ.Παύλο με μία σειρά δένδρων - τη μόλυνση και την παρανομία με το οξυγόνο και το δικαίωμα των πολιτών στην ποιότητα ζωής. Είμαι ανοιχτός σε όποιον θέλει να επικοινωνήσει μαζί μου...
Λαγαρίας Απόστολος

Friday, July 6, 2007

Εκτός σχεδίου δόμηση: Νομοθετικό πλαίσιο και πραγματικότητα στην οικιστική ανάπτυξη

Εκτός σχεδίου δόμηση: Νομοθετικό πλαίσιο και πραγματικότητα στην οικιστική ανάπτυξη


Στην αντίληψη του Έλληνα πολίτη κοινό τόπο αποτελεί η αναγνώριση μίας έντονης αυθαιρεσίας στην εκτός σχεδίου οικιστική ανάπτυξη, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας। Η αυθαιρεσία αυτή αναγνωρίζεται σε δύο επίπεδα, πρώτον τη θέση στην οποία πραγματοποιείται η δόμηση και δεύτερον το μέγεθος των κατασκευών και τους πραγματοποιημένους συντελεστές κάλυψης και δόμησης. Με αυτόν τον τρόπο συχνά αναρωτιέται κανείς 'πώς επιτράπηκε να κτισθεί αυτό εδώ ή το άλλο εκεί...' ή 'πώς είναι δυνατόν σε μία μικρή περιαστική πρώην καλλιεργήσιμη έκταση να ανεγείρονται πολυάριθμα και πυκνοδομημένα συγκροτήματα κατοικιών...'. Πράγματι ιδιαίτερα στις περιαστικές ζώνες όπου η πίεση για οικιστική ανάπτυξη είναι εξαιρετικά έντονη το φαινόμενο της υπερεκμετάλλευσης των εκτός σχεδίου περιοχών είναι συχνό. Ποιο είναι ωστόσο το νομοθετικό πλαίσιο που βρίσκεται εν ισχύ και ως προς ποια σημεία πραγματοποιούνται οι καταστρατηγήσεις του. Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο δεν είναι ευρέως γνωστό και το οποίο επιχειρώ με το παρόν κείμενο να διαφωτίσω. Η εκτός σχεδίου δόμηση υπόκειται στο προεδρικό Διάταγμα 24 / 31.5.1985 (ΦΕΚ 270 Δ'), όπου με αναλυτικό τρόπο καθορίζονται οι όροι δόμησης για διάφορες κατηγορίες χρήσεων γης. Εστιάζοντας στο άρθρο 6 το οποίο αναφέρεται στην κατασκευή κατοικιών εντοπίζουμε αρχικά το όριο των τεσσάρων στρεμμάτων για των αρτιότητα των αγροτεμαχίων. Με εξαίρεση περιοχές όπου εφαρμόζονται ειδικές ρυθμίσεις, συνήθως περιαστικές ζώνες μεγάλων πόλεων όπου ισχύουν Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), και περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ως δασικές εκτάσεις, ουσιαστικά το δικαίωμα της δόμησης ισχύει παντού. Η αδυναμία αυτή του νόμου να θεσπίσει περισσότερο εξειδικευμένες ρυθμίσεις ως προς το που μπορεί να κατασκευαστεί ένα κτίσμα σε εκτός πεδίου περιοχές εξηγεί και προφανώς νομιμοποιεί την δόμηση σε περιοχές όπου η κοινή λογική θα θεωρούσε προστατευόμενες: Περιοχές κοντά στον αιγιαλό, εκτάσεις με υψηλή βλάστηση ή καλλιέργειες σε πεδιάδες και οροπέδια απομακρυσμένες από οικισμούς, κορυφογραμμές υψωμάτων σε νησιά κ.α. Ο μοναδικός περιορισμός των 4 στρεμμάτων καθιστά το νομοθετικό πλαίσιο ανεπαρκές ως προς το 'πού' πραγματοποιείται η εκτός σχεδίου δόμηση. Ερχόμαστε τώρα στο ζήτημα του 'πόσο' επιτρέπεται να ανοικοδομηθεί σε αυτές τις ιδιοκτησίες. Σε αυτήν την περίπτωση ο νόμος δείχνει ένα βαθμό ευαισθησίας επιτρέποντας κατ'ελάχιστο τα 200 τ.μ. χώρων κυρίας χρήσης, ενώ στη περίπτωση αγροτεμαχίων μεγαλύτερων των 4 στρεμμάτων η προσαύξηση δεν είναι ευθέως ανάλογη, αλλά ακολουθεί τον τύπο [200 + (Ε - 4.000) * 0,02], όπου E το συνολικό εμβαδόν. Με τον τρόπο αυτό σε ένα αγροτεμάχιο 8 στρεμμάτων αντιστοιχούν 280 τ.μ., ενώ πέραν των 8 στρεμμάτων ο συντελεστής προσαύξησης μειώνεται σε 0,01. Ως συμπέρασμα προκύπτει ότι ο νόμος περιορίζει σημαντικά το μέγεθος της δόμησης και κάλυψης ανεξαρτήτως μεγέθους ιδιοκτησίας, αλλά παράλληλα ευνοεί τις κατατμήσεις των μεγάλων ιδιοκτησιών σε μικρότερα τμήματα με εμβαδόν κοντά στο όριο αρτιότητας. Ο νόμος κάνει επίσης πρόβλεψη για τον περιορισμό των ημιυπαιθρίων χώρων καθώς απαιτεί την προσμέτρηση τους στη δόμηση τουλάχιστον στην περίπτωση ισόγειων κατοικιών, ενώ το περιορίζει το τμήμα του υπογείου που βρίσκεται πάνω από τη στάθμη του εδάφους σε 0,80μ. (έναντι 1,50 που ισχύει για τις εντός σχεδίου περιοχές. Η σημαντικότερη ωστόσο ρύθμιση για την προστασία του τοπίου είναι η απαιτούμενη ενότητα του κτίσματος, η δημιουργία δηλαδή ενός ενιαίου κτιρίου ή μικρότερων όγκων που συνδέονται όμως μεταξύ τους. Η εφαρμογή αυτής της σημείωσης του νόμου θα ελαχιστοποιούσε τη διασπορά και την αστική διάχυση καθώς θα ενοποιούσε τον ελεύθερο χώρο και θα απέτρεπε τον περαιτέρω κατακερματισμό και την δημιουργία συγκροτημάτων. Έχοντας περιγράψει το νομοθετικό πλαίσιο θα προσπαθήσω να κωδικοποιήσω τους τρόπους με τους οποίους πραγματοποιείται η καταστρατήγηση του και προκύπτει το γνωστό αποτέλεσμα: Η οικιστική ανάπτυξη στις εκτός σχεδίου περιοχές πλησιάζει σε μορφή και ένταση την εντός σχεδίου, τα ογκώδη συγκροτήματα κατοικιών διεσπαρμένων σε κανονικές αποστάσεις, κατακερματίζουν τον ελεύθερο χώρο και αποκόπτουν τη συνέχεια του φυσικού τοπίου, μικροί οικισμοί ανεγείρονται φαινομενικά στη μέση του πουθενά...

1. Δεν εφαρμόζεται η απαίτηση για την ενότητα του κτίσματος: Η υποσημείωση ότι μπορεί να υπάρχει μερική διασπορά με γνωμοδότηση της ΕΠΑΕ (Επιτροπή Πολεοδομικού & Αρχιτεκτονικού Ελέγχου) γίνεται στην πράξη κανόνας, καθώς στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η έγκριση διασποράς των κτισμάτων δίνεται από τις αρμόδιες επιτροπές. Το 'παραθυράκι' του νόμου γίνεται κανόνας και η αυστηρότητα των επιτροπών εξαντλείται στη διατήρηση μικρών αποστάσεων μεταξύ των κτισμάτων ή επιμέρους ομαδοποιήσεις.
2. Τα κτίρια σχεδιάζονται ισόγεια με στόχο τη μεγιστοποίηση της κάλυψης και την μετατροπή τους σε διώροφα στη φάση της κατασκευής με υπερύψωση των υπογείων.
3. Οι στέγες αποτελούν εν δυνάμει χώρους προσαύξησης της δόμησης με δημιουργία κατοικήσιμων χώρων.
4. Κλειστές θέσεις στάθμευσης και άλλοι βοηθητικοί χώροι εντάσσονται στο κέλυφος του κτιρίου με στόχο την περαιτέρω επέκταση.

Τα παραπάνω στοιχεία οδηγούν συνεπώς στο σχεδιασμό τεσσάρων ή πέντε για παράδειγμα ανεξάρτητων κατοικιών (προφανώς εξαιρετικά μικρών βάση του σχεδίου καθώς είναι από 40 έως 50τ.μ.), τοποθετημένων σε κανονικές αποστάσεις στο χώρο του αγροτεμαχίου, οι οποίες στη φάση της κατασκευής προσαυξάνονται παρανόμως υπερβαίνοντας τελικά τα 100 τ.μ.. Κάθε μία έχει ανεξάρτητη πρόσβαση, μάντρα, θέση στάθμευσης, υπαίθριες κατασκευές, ενώ το ύψος μπορεί να υπερβαίνει τα 7,5 ή ακόμη και τα 9,00 μέτρα. Τι απομένει επομένως από το φυσικό τοπίο? Σε τι διαφέρει μία τέτοια οικιστική ανάπτυξη από μία εντός σχεδίου επέκταση με χαμηλό συντελεστή δόμησης της τάξης του 0,2 έως 0,4?Πώς θα θωρακίσουμε θεσμικά την εκτός σχεδίου δόμηση, προστατεύοντας το φυσικό τοπίο και τον ελεύθερο περιαστικό χώρο? Ερωτήματα ανοιχτά προς συζήτηση, ζητήματα που απαιτούν πρωτοβουλίες και αυτοκριτική από τους μηχανικούς και τις αρμόδιες επιτροπές ελέγχου...πριν είναι οι συνέπειες μη αναστρέψιμες.

Monday, July 2, 2007

Η ελληνική πόλη μπορεί να έχει μία δεύτερη ευκαιρία;

Η ελληνική πόλη μπορεί να έχει μία δεύτερη ευκαιρία;

Οι ελληνικές πόλεις αναπτύχθηκαν με αυθαίρετο και απρογραμμάτιστο τρόπο, χωρίς συνολικό σχεδιασμό, έλεγχο και κανόνες.
Το συντριπτικό ποσοστό των σημερινών πυκνοδομημένων αστικών περιοχών προέκυψε μέσα από τη σταδιακή συνένωση πολυάριθμων άναρχα δομημένων οικιστικών ενοτήτων -αυθαίρετων οικισμών χωροθετημένων στις παρυφές των πόλεων- οι οποίοι εντάχθηκαν σταδιακά στο σχέδιο πόλης. Το ζήτημα είναι γνωστό και ακόμη περισσότερο γνωστές είναι οι αρνητικές συνέπειές του: Η ελληνική πόλη εμφανίζει μία εικόνας αταξίας, υποβαθμισμένης αισθητικής και αυθαιρεσίας. Το βλέπουμε παντού γύρω μας, το βιώνουμε καθημερινά στο χώρο που ζούμε και κινούμαστε, αποτελεί μία κοινή διαπίστωση την οποία σε καμιά περίπτωση δε πρέπει να είναι κάποιος μυημένος στα ζητήματα του χώρου και της αρχιτεκτονικής για να αποδεχθεί. Από το επίπεδο του δημόσιου χώρου – όπου αυτός υπάρχει – έως το επίπεδο του οικοδομικού τετραγώνου και των κτισμάτων, η κυρίαρχη εικόνα είναι αυτή.
Εκεί που πρέπει ωστόσο να εστιάσουμε είναι σε αυτό που γίνεται σήμερα, στους πρόσφατους μετασχηματισμούς του δομημένου χώρου τις νέες επεμβάσεις στην πολεοδομική και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των πόλεων. Υπάρχει μήπως μία αισθητή βελτίωση; Δυστυχώς πρέπει να απαντήσω πως όχι.
Παρά το γεγονός ότι η αυθαίρετη οικοδομική δραστηριότητα έχει πρακτικά εκλείψει, οι επεκτάσεις των πόλεων πραγματοποιούνται μέσα από τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια, τα κτίρια σχεδιάζονται βάση οικοδομικών αδειών μετά από μελέτες μηχανικών και έκδοση αδειων από τις υπηρεσίες της Πολεοδομίας, το πρόβλημα παραμένει: Οι νέες γειτονιές στερούνται στοιχειωδών αρχών σχεδιασμού, η αισθητική των νέων κατασκευών είναι επιεικώς αδιάφορη, δεν υπάρχει ουδεμία ένταξη στο γύρω χώρο, φαντασία και ευαισθησία. Οι ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις πνίγονται στη θάλασσα της μετριότητας, της μονοτονίας και της επανάληψης των ίδιων τυπικών αστικών μορφών που δημιούργησαν την ελληνική πόλη κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Ενώ το θεσμικό πλαίσιο σχεδιασμού υφίσταται πλέον σε όλα τα επίπεδα της πόλης, το αποτέλεσμα παραμένει υποβαθμισμένο δίχως σημαντικές ελπίδες βελτίωσης. Αρκεί μία ματιά στο χώρο της Θεσσαλονίκης, από τις πρόσφατες επεκτάσεις του Ευόσμου πάνω στο όριο με την περιφερειακή, στη Νικόπολη και την Ευκαρπία, στη παγερή μετριότητα των μονοκατοικιών που ανεγείρονται μαζικά στην ευρύτερη ανατολική περιοχή. Η ίδια ακριβώς εικόνα, τα ίδια σχεδιαστικά λάθη, η ίδια ουδέτερη ρυμοτομία του ορθογωνικού καννάβου, η ίδια υποβαθμισμένη προσέγγιση των ελευθέρων χώρων που αποτελούν το υπόλλειμα που αφήνουν γύρω τους τα κτίρια.
Που οφείλεται η αναπαραγωγή του ίδιου ατυχούς προτύπου η οποία στερεί από την ελληνική πόλη το δικαίωμα σε μία δεύτερη ευκαιρία;
Θα προσπαθήσω να δώσω μία απάντηση σε αυτό ερώτημα προτείνοντας παράληλα και μία διέξοδο από το πρόβλημα. Κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιείται το θεσμικό πλαίσιο για ασκήσει έλεγχο, να προτείνει και να δώσει ουσιαστικές λύσεις και εναλλακτικές.
Είναι σαφές ότι αναφερόμαστε σε μία χώρα όπου ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός κάθε άλλο παρά πραγματοποιείται αποκλειστικά από τους αρχιτέκτονες, όπου το γνήσιο αρχιτεκτονικό έργο αποτελεί πενιχρή μειοψηφία απέναντι στη μαζική παραγωγή των εργολάβων και μηχανικών που αγνοούν ακόμη και τα βασικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Σε μία χώρα όπου το αρχιτεκτονικό έργο θεωρείται πολυτέλεια προορισμένη για ελάχιστες περιπτώσεις μεγάλων εμπορικών κτιρίων και καταστημάτων, πολυτελών εξοχικών και μονοκατοικιών. Σε μία χώρα όπου ο αστικός σχεδιασμός είναι άγνωστος και οι μόνες παράμετροι που εισέρχονται σε μία επέκταση πόλης είναι οι όροι δόμησης, η ρυμοτομία και κάποια βασική ρύθμισαη των χρήσεων γης.
Σε μία τέτοια χώρα ο έλεγχος που ασκείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τους φορείς όφειλε να είναι αυστηρότερος, να δρα καθοδηγητικά και δημιουργικά και όχι συμβιβαστικά και αποτρεπτικά. Οι αρμόδιες επιτροπές πολεοδομικού και αρχιτεκτονικού ελέγχου (ΕΠΑΕ) σήμερα περιορίζονται στο να προωθούν τη λογική του ‘μη χείρον βέλτιστον’ και να υιοθετούν μία λογική ρουτίνας στην αξιολόγηση των αισθητικών και λειτουργικών παραμέτρων των σχεδίων που υποβάλλονται. Αντιθέτως θα έπρεπε να προωθούν την δημιουργική βελτίωση του παραγόμενου έργου, να επεμβαίνουν και να κατευθύνουν βάση ενός σαφούς πλαισίου αρχων. Θα ρωτήσει φυσικά κάποιος ‘ποιων αρχών’. Πως θα προσδιορισθούν αυτές οι αρχές και πως θα αξασφαλισθεί ότι θα δράσουν θετικά και όχι απλώς περιοριστικά; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα επιδέχεται ασφαλώς πολλή συζήτηση. Θα προσπαθήσω ωστόσο να τη σκιαγραφήσω με μία πρόταση: Αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί σε κάθε επίπεδο σχεδιασμού, κάθε γειτονιά, κάθε μικρό και ιδιάιτερο χώρο, ουσιαστική ανάλυση του χαρακτήρα κάθε περιοχής και των αναγκών της με στόχο τη δημιουργία ένος κοινού και δημιουργικού πλαίσιου σχεδιασμού.
Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να συντονισθεί το ανομοιογενές σύνολο των ιδιωτών σχεδιαστών και κατασκευαστών προς ένα εννιαίο πλαίσιο που δε θα στερείται οράματος και φαντασίας και θα δώσει στην ελληνική πόλη μία δεύτερη ευκαιρία.